Αποκάλυψη-βόμβα για τον σύζυγο της Πηνελόπης Αναστασοπούλου: Είναι ο ανιψιός του θρυλικού «ληστή με τις γλαδιόλες»!

Κι όμως, ο μουσικός Φώτης Μπερνάντο είναι ο ανιψιός του Θόδωρου Βενάρδου, του θρυλικού «ληστή με τις γλαδιόλες» που έχει μείνει στην ιστορία… Αυτό αποκάλυψε αποκλειστικά το patkiout.gr…

Διαβάστε τι αναφέρει…

Ο σύζυγος της σέξι ηθοποιού Πηνελόπης Αναστασοπούλου, λοιπόν, με τον οποίο έχει αποκτήσει δυο υπέροχα παιδιά, είναι ο γιος της αδελφής του πιο… γοητευτικού ληστή, της επίσης γνωστής στους παλαιότερους τραγουδίστρια Κλειώ Βενάρδου!

Η Ζωή και ο Περίεργος Θάνατος του πιο Cool Ληστή της Σύγχρονης Ελλάδας

Στις 16 Νοεμβρίου του 1973, μια μέρα πριν από την κορύφωση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου, ο Θεόδωρος Βενάρδος πραγματοποίησε την πρώτη ένοπλη ληστεία τράπεζας στην Ελλάδα, μεταμφιεσμένος σε καθολικό ιερέα. Θα καταφέρει να αποσπάσει το ποσό των 2.375.000 δραχμών, όμως θα πέσει στα χέρια της Αστυνομίας μόλις δυο μήνες μετά, στις 22 Γενάρη του 1974. Η σύλληψή του θα γίνει έξω από ένα οπλοπωλείο της οδού Αριστείδου, από το οποίο μόλις είχε αγοράσει ένα κυνηγετικό όπλο. Μαζί του θα συλληφθεί και η Μπελίντα, η τρανσέξουαλ ερωμένη του, που μετά από εννιά ημέρες «φιλοξενίας» στη Γενική Ασφάλεια αφήνεται τελικά ελεύθερη, καθώς «αποδείχθηκε ότι όχι μόνο δεν εγνώριζε απολύτως τίποτα για την εγκληματική δραστηριότητα του Βενάρδου, αλλά ούτε καν υποψιαζόταν το παραμικρό».

O Θεόδωρος Βενάρδος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1949. Σίγουρα όχι άγνωστος στους παραβατικούς κύκλους της εποχής, η Αστυνομία έφτασε στα ίχνη του κομψευόμενου νέου, καθώς το ενδιαφέρον της προσέλκυσε ο πολυτελής βίος που διήγαγε, τις μέρες αμέσως μετά τη ληστεία. Μέσα σε αυτό το σύντομο διάστημα, θα καταλύσει σε πολυτελή ξενοδοχεία στο Σεν Μόριτς, στη Ζυρίχη, το Παρίσι, το Λονδίνο, τη Ρώμη και το Μιλάνο. Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, θα ξοδέψει υπέρογκα ποσά σε νυχτερινά κέντρα, καζίνο και ιππόδρομο.

Η πρώτη απόδραση

Θα οδηγηθεί στις φυλακές Κορυδαλλού. Δεν θα είναι η πρώτη φορά που θα φυλακιστεί, αφού κατά τη διάρκεια της στρατιωτικής του θητείας, περίπου έναν χρόνο νωρίτερα, είχε κατηγορηθεί για την ανατίναξη της πυριτιδαποθήκης του στρατοπέδου, όμως αποφυλακίστηκε από τις στρατιωτικές φυλακές για λόγους υγείας. Στον Κορυδαλλό, την πρώτη φορά, δεν θα καθίσει παρά μόνο για τρεις μήνες, μέχρι τον Απρίλιο του 1974. Θα βρει την ευκαιρία να αποδράσει την ώρα του προαυλισμού, όταν οι κρατούμενοι παίζουν ποδόσφαιρο. Η μπάλα θα φύγει έξω από τα τείχη και ο φρουρός, όπως συνηθίζονταν, θα κάνει την εξυπηρέτηση στους δέσμιούς του και θα απομακρυνθεί για οκτώ δευτερόλεπτα από τη σκοπιά του, προκειμένου να τους την επιστρέψει. Ο χρόνος αυτός αποδείχτηκε επαρκής, για να μειωθεί ο πληθυσμός των φυλακών Κορυδαλλού κατά έναν υπόδικο. Ήταν εξάλλου εποχές που για να αποδράσει κανείς αρκούσε η αποφασιστικότητα και μια σχετικά καλή φυσική κατάσταση. Ελικόπτερα, πυροβολισμοί, ομηρίες δεσμοφυλάκων και τοποθετήσεις εκρηκτικών ήρθαν αργότερα, όταν η βιομηχανία του σωφρονισμού επένδυσε στα ατελείωτα χιλιόμετρα συρματοπλέγματος, στις κάμερες, τα φωτοκύτταρα, τους πανύψηλους τοίχους και τα ημιαυτόματα όπλα.

Το 1974, θα ληστέψει την Εθνική Τράπεζα στο Παγκράτι, κρατώντας ένα μπουκέτο με δέκα κόκκινες γλαδιόλες.
Έναν μήνα αργότερα, στις 17 Μαΐου του 1974 και ενώ η Αστυνομία δεν έχει εντοπίσει τα ίχνη του, θα ληστέψει την Εθνική Τράπεζα στο Παγκράτι, κρατώντας ένα μπουκέτο με δέκα κόκκινες γλαδιόλες, μέσα στο οποίο είχε κρυμμένη μια κοντόκανη καραμπίνα. Θα σηκώσει 550.000 δραχμές και θα κερδίσει τον χαρακτηρισμό που θα τον συνοδεύει μέχρι σήμερα: «Ο Ληστής με τις Γλαδιόλες».

Η γοητευτική πλευρά της περιπέτειας, για άλλη μια φορά, δεν θα κρατήσει παρά μονάχα για δυο μήνες, αφού θα συλληφθεί εκ νέου -μετά από την αποτυχημένη απόπειρα του να διαφύγει στην Αμερική- στις 13 Ιουλίου του ίδιου έτους.

Η δίκη του θα ξεκινήσει τον Ιούλιο του 1975, στην οποία θα καταδικαστεί σε 21 χρόνια κάθειρξης. Ο ίδιος στην απολογία του θα επικαλεστεί πολιτικά κίνητρα για τις πράξεις του και θα ισχυριστεί ότι μέρος της λείας του την προσέφερε για την αγορά όπλων, μπαρούτης, χειροβομβίδων, ασυρμάτων και ραδιοπομπών, στο πλαίσιο του αντιδικτατορικού αγώνα. Οι ισχυρισμοί του φυσικά δεν έγιναν δεκτοί από το δικαστήριο. Αντιθέτως, του αναγνωρίστηκε το ελαφρυντικό του μειωμένου καταλογισμού, όπως πρότεινε ο νευροψυχίατρος που τον παρακολουθούσε: Το πόρισμά του στηρίχθηκε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος μεγάλωσε σε μη ενδεδειγμένο οικογενειακό περιβάλλον, καθώς γνώρισε δυο μητέρες και τρεις πατεράδες. Επίσης, στο γεγονός ότι ήταν αποτυχημένος στον αισθηματικό τομέα, αφού είχε χωρίσει με τη σύζυγό του.

Μαζί του θα συλληφθεί και η Μπελίντα, η τρανσέξουαλ ερωμένη του, που μετά από εννιά ημέρες «φιλοξενίας» στη Γενική Ασφάλεια αφήνεται τελικά ελεύθερη, καθώς
Ο Θεόδωρος Βενάρδος θα περάσει τα επόμενα δέκα χρόνια της ζωής του στο ατελείωτο hangover της φυλακής: Απομονώσεις, μεταγωγές σε όλα τα σωφρονιστικά καταστήματα της χώρας, 70 σχεδόν απόπειρες αυτοκτονίας και πέντε αιτήσεις για αποφυλάκιση λόγω ανηκέστου βλάβης, που όλες απορρίπτονται. Αρκετές απόπειρες απόδρασης, μία εκ των οποίων καταλήγει στον τραυματισμό του: τα ξημερώματα της 25 Νοεμβρίου του 1982, ενώ νοσηλεύεται στο Τζάνειο, αφαιρεί ένα σίδερο από το τραπέζι του θαλάμου, σπάει την πόρτα και επιτίθεται στους αστυνομικούς φρουρούς, προκειμένου να αποδράσει. Η πρώτη σφαίρα του χωροφύλακα που επιχειρεί να αποτρέψει την απόδραση τον βρίσκει στον γλουτό και η δεύτερη στην κοιλιά. Μια ακόμη αποτυχημένη προσπάθεια.

Ενας περίεργος θάνατος

Στις 10 Ιουλίου 1984, βρίσκεται κρεμασμένος στο κελί του. Η οικογένειά του καταγγέλλει «εξώθηση σε αυτοκτονία» και ζητάει νεκροψία. Η ιατροδικαστική έκθεση, όμως, καταλήγει: «Ως συνάγεται εκ των ευρημάτων της ενεργηθείσης νεκροψίας και νεκροτομίας, ο θάνατος του εξετασθέντος ατόμου επήλθε συνεπεία απαγχονισμού».

Έκανε 70 σχεδόν απόπειρες αυτοκτονίας και πέντε αιτήσεις για αποφυλάκιση λόγω ανηκέστου βλάβης, που όλες απορρίπτονται.
Ο θάνατος του Βενάρδου, στο ίδιο μοτίβο με τη ζωή του, συνοδεύεται από μια σειρά ερωτηματικών. Η προσωπικότητά του έχει σίγουρα μια γοητεία κρυμμένη πίσω από τις αντιφάσεις, όπως αυτές παρουσιάζονται στον Τύπο της εποχής. Καθόλου ξεκάθαρο δεν είναι σε όποιον καταδύεται στα αρχεία και τα ρεπορτάζ της εποχής για το αν έχουμε τελικά να κάνουμε με έναν αγωνιστή, με έναν εκκεντρικό παραβατικό ή με κάποιον που το όνειρο μιας μεγάλης ζωής μετατράπηκε σε έναν εφιάλτη από τον οποίον ποτέ δεν κατάφερε να ξεφύγει. Καθόλου ξεκάθαρο δεν είναι ακόμη και σήμερα αν τελικά αυτοκτόνησε, αν εξωθήθηκε στην αυτοκτονία ή αν δολοφονήθηκε.

Πηγή: patkiout.gr

Διαβάστε επίσης