Για τον παππού μου, τον Παναγιώτη Ευθυμιάδη

Μεγάλη γιορτή σήμερα, της Παναγίας. Σαν κι αυτή τη μέρα θυμάμαι τον παππού μου τον Παναγιώτη τον Ευθυμιάδη αλλά και τη γιαγιά μου την κερα Σοφία όπως την αποκαλούσε, που έκανε ετοιμασίες για την γιορτή.

Μικρός όλα σχεδόν, για να μην πω όλα, τα καλοκαίρια τα πέρναγα με την γιαγιά και τον παππού στη Ραφήνα. Ο μπαμπάς ήταν φούρναρης και όλη τη μέρα δούλευαν μαζί με τη μάνα μου για να βγάλουν τον επιούσιον. Που καιρός για ξεκούραση και που καιρός για λίγες μέρες διακοπών.

Κάποια χρόνια περίμενα πως και πως ναρθουν να τους δω. Σάββατο συνήθως ερχόντουσαν για να με δουν κι αυτοί και να περάσουν λίγες ώρες με τον μοναχογιό τους. Τότε εμείς μέναμε Καλλιθέα κι ύστερα Πειραιά, περιοχή Υπαπαντή, μεταξύ Κερατσίνι, Ταμπούρια. Ο παππούς έμενε στο παλιό δημοτικό σχολείο απέναντι.

Για να επανέλθω στο θέμα μου όμως, η 15η Αυγούστου ήταν μια ξεχωριστή μέρα. Ο παππούς γιόρταζε, καλά όχι ότι πέταγε κι από τη χαρά του, ήταν άνθρωπος σκληρός. Μην ξεχνάμε ότι ήταν ένας από αυτούς που έφυγαν κακήν κακώς από την πατρίδα του όπως τόσοι και τόσοι πατριώτες στην καταστροφή της Σμύρνης. Ήρθε Νέα Φιλαδέλφεια και μετά Ραφήνα όπου του άρεσε το μέρος και αγόρασε κάποια στρέμματα γής.

Στην μνήμη μου είναι χαραγμένες οι εικόνες: Να διαβάζει με τις ώρες εφημερίδα ή κάποιο βιβλίο, να τρώει νωρίς νωρίς το μεσημέρι, και πάντα κολοκυθάκια που υπήρχαν στο ψυγείο σε καθημερινή βάση. Το φαγητό για εκείνον ήταν μια ιεροτελεστία. Έκοβε μικρές μπουκιές το ψωμί σε κυβάκια, έβγαζε τη φλούδα από τη ντομάτα, ότι σκληρό υπήρχε το αφαιρούσε και μασούσε αργά αργά την τροφή. Έπειτα είχε ύπνο. Δυο τρείς ώρες. Με σκελέα, πυτζάμες και σκεπασμένος μέχρι το λαιμό. Κι ας είχε έξω 40 βαθμούς σκασμό.

Μ΄αγαπούσε, όπως και τα άλλα εγγόνια του αλλά με τον δικό του τρόπο. Εγώ ήμουν ο «μεγάλος» και νομίζω ότι μαζί περάσαμε πολύ χρόνο, απ ότι με τα άλλα του εγγόνια. Δεν θα ξεχάσω που ρώταγε αν είχε φαγητό για μένα, το βράδυ που σηκωνόταν για τουαλέτα, περνούσε πάντα και με σκέπαζε… Τυπικά αλλά και ουσιαστικά πράγματα όσον αφορά την αφεντιά μου.

Σαν σήμερα λοιπόν το πρόγραμμα είχε ως εξής: Η γιαγιά θα σηκωνόταν το πρωί και θα ετοίμαζε ένα ταψί παστίτσιο και θα έφτιαχνε ένα ταψί γλυκό καρύδα. Μαντέψτε: Ήταν και τα δύο τα αγαπημένα μου. Η μέρα αυτή ήταν για μένα όπως οι εθνικές εορτές, οι αργίες παλιά που στο σπίτι είχε κάτι ξεχωριστό.

Τρώγαμε οι τρείς μας λέγαμε τα χρόνια πολλά, κι εγώ αφού πρώτα γευόμουνα δυό τρία μεγάλα κομμάτια παστίτσιο, έτρωγε και κανα δυό κομμάτια καρύδα. Σάματις έτρωγε και κανένας άλλος στο σπίτι; Ααα η γιαγιά, η κερά Σοφία που λέγαμε επειδή ήταν γλυκατζού «χτύπαγε» κανα κομμάτι στο όρθιο. Τις επόμενες μέρες εγώ είχα εξασφαλίσει μεσημεριανό και βραδινό. Μέχρι να τελειώσουν τα ταψιά. Και κρύο το παστίτσιο μια χαρά είναι καλοκαιριάτικα.

Ε το απόγευμα ερχόταν κανας φίλος του παππού, βασικά της γιαγιάς για την καθιερωμένη επίσκεψη αλλά και για κανα φοντανάκι, για κέρασμα. Μ αυτά και μ αυτά κυλούσε η μέρα και ο παππούς άντε βία οκτώμιση η ώρα πήγαινα για ύπνο. Η γιαγιά έβλεπε κανα σίριαλ στην τηλεόραση, στον καναπέ ή σε μια πολυθρόνα που είχε και με κανα βελονάκι στο χέρι. Με το ένα μάτι έβλεπε, γιατί το άλλο ήταν κλειστό από την νύστα. Ώσπου την έπιανε το ροχαλητό και δεν έβλεπε καθόλου!

Όσο και να μεγαλώνει κανείς αυτά δεν τα ξεχνάς.

Αναμνήσεις… Στη φωτό οι τρεις μας σε άλλες εποχές, αποκριάτικες.

Διαβάστε επίσης