Μέσα Ιουλίου αναμένεται τελικά να επανεκκινήσει ο διαγωνισμός για την απορρύπανση του πρώην χώρου καταστροφής ναρκών στο Συγκρότημα Εργοστασίου του Λαυρίου της Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ), με επίκεντρο πλέον την απομάκρυνση δέκα δεξαμενών που θεωρούνται κρίσιμες για την περιβαλλοντική αποκατάσταση της περιοχής.
Σύμφωνα με πληροφορίες, το έργο τελεί υπό εκτεταμένη επαναξιολόγηση, καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη ενδελεχής δειγματοληπτικός έλεγχος του εδάφους. Στο πλαίσιο αυτό, αναμένονται οι επικαιροποιημένες μελέτες του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ) και του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου (ΕΜΠ).
Όπως επισημαίνουν πηγές με γνώση της διαδικασίας, τα νέα δεδομένα που προκύπτουν από τις μετρήσεις μεταβάλλουν σε σημαντικό βαθμό την εικόνα της ρύπανσης, καθώς εντοπίζονται και βιοδιασπώμενα υλικά, στοιχείο που καθιστά αναγκαία την επικαιροποίηση των εκτιμήσεων για τη σύσταση και τη συμπεριφορά του εδάφους. Η νέα χαρτογράφηση αναμένεται να επηρεάσει καθοριστικά τόσο το τεχνικό αντικείμενο του έργου όσο και το εύρος των απαιτούμενων παρεμβάσεων.
Η παρέμβαση αυτή εντάσσεται σε ένα από τα πλέον σύνθετα και τεχνικά απαιτητικά έργα απορρύπανσης που βρίσκονται σήμερα σε εξέλιξη στη χώρα. Η περιοχή του Λαυρίου, με μακρά ιστορία βιομηχανικής και αμυντικής δραστηριότητας, φέρει βαρύ περιβαλλοντικό αποτύπωμα, καθώς επί δεκαετίες έχουν συσσωρευτεί κατάλοιπα εκρηκτικών υλών, βαρέων μετάλλων και επικίνδυνων χημικών ουσιών, δημιουργώντας σημαντικούς κινδύνους τόσο για το περιβάλλον όσο και για τη δημόσια υγεία.
Το project, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, εξακολουθεί να βρίσκεται στην κορυφή των προτεραιοτήτων των αρμόδιων αρχών, λόγω της επικινδυνότητας του χώρου και της ανάγκης να προχωρήσουν το συντομότερο δυνατό οι απαιτούμενες παρεμβάσεις.
Υπενθυμίζεται ότι τον Ιανουάριο του 2026 η διοίκηση των Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα (ΕΑΣ) προχώρησε στην οριστική ακύρωση της τότε διαγωνιστικής διαδικασίας για την απορρύπανση των εγκαταστάσεων στο Λαύριο, κατόπιν εντολής του υπουργού Εθνικής Άμυνας, Νίκος Δένδιας, στο πλαίσιο συνολικής επανεξέτασης και επανασχεδιασμού του έργου. Ο αρχικός σχεδιασμός προέβλεπε ένα εκτεταμένο έργο συνολικού ύψους περίπου 50 εκατ. ευρώ (43,92 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ και 54,46 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ), το οποίο αφορούσε την απορρύπανση του συνόλου της έκτασης και την απομάκρυνση περίπου 220 τόνων επικίνδυνων υλικών.
Ωστόσο, έπειτα από τις αυτοψίες που πραγματοποίησαν οι αρμόδιες υπηρεσίες και κλιμάκια του Στρατού, κρίθηκε σκόπιμο το έργο να επαναπροσδιοριστεί και να εστιάσει σε πιο στοχευμένες παρεμβάσεις, με αιχμή τις δέκα δεξαμενές που θεωρούνται οι πλέον κρίσιμες εστίες κινδύνου. Στο πλαίσιο αυτό, ο δεύτερος διαγωνισμός, ο οποίος επίσης δεν προχώρησε, είχε προϋπολογισμό 18,64 εκατ. ευρώ χωρίς ΦΠΑ (23,11 εκατ. ευρώ με ΦΠΑ) και επικεντρωνόταν κυρίως στην αφαίρεση περίπου 40 τόνων εκρηκτικών υλών από τις δεξαμενές. Παρά τον επείγοντα χαρακτήρα του έργου, η διαδικασία γνώρισε διαδοχικές καθυστερήσεις και έλαβε δύο παρατάσεις, χωρίς τελικά να ολοκληρωθεί.
Σήμερα, τα νέα δεδομένα που προκύπτουν από τις πρόσφατες δειγματοληψίες φαίνεται να οδηγούν σε έναν ακόμη γύρο αναπροσαρμογών. Ο τρίτος διαγωνισμός που προετοιμάζεται αναμένεται να διαφοροποιηθεί τόσο ως προς το τεχνικό αντικείμενο όσο και ως προς τον τελικό προϋπολογισμό του, ο οποίος παραμένει μέχρι στιγμής αδιευκρίνιστος. Οι εκτιμήσεις, πάντως, συγκλίνουν στο ότι πέραν των περίπου 40 τόνων που είχαν αρχικά προσδιοριστεί, ενδέχεται να υπάρχουν έως και 180 επιπλέον τόνοι επικίνδυνων υλικών που θα πρέπει να διαχειριστούν στο πλαίσιο της συνολικής αποκατάστασης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το έργο έχει ήδη προσελκύσει ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον. Στους προηγούμενους διαγωνισμούς συμμετείχαν πέντε μεγάλοι όμιλοι του κλάδου, οι Enviroplan, Antipollution (V Group), Polyeco, AECOM και Intergeo, εταιρείες με σημαντική εμπειρία στη διαχείριση επικίνδυνων αποβλήτων, στην αποκατάσταση ρυπασμένων εδαφών και στην υλοποίηση σύνθετων περιβαλλοντικών έργων.
Η πορεία της διαγωνιστικής διαδικασίας μέχρι σήμερα αποτυπώνει τις ιδιαίτερες τεχνικές δυσκολίες που συνοδεύουν το εγχείρημα, αλλά και την ανάγκη πλήρους και ακριβούς αποτύπωσης των περιβαλλοντικών δεδομένων πριν από την οριστική διαμόρφωση του έργου. Με τις νέες μετρήσεις να αναδιαμορφώνουν εκ νέου τον σχεδιασμό, η επανεκκίνηση του διαγωνισμού στα μέσα Ιουλίου αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για την εξέλιξη ενός έργου που συνδέεται άμεσα με την περιβαλλοντική ασφάλεια, τη δημόσια υγεία και τη μελλοντική αξιοποίηση μιας από τις πλέον επιβαρυμένες βιομηχανικές περιοχές της χώρας.
energygame.gr
















































