Μετάλλαξη Όμικρον: Γιατί συχνά τα rapid test δίνουν ψευδώς αρνητικό αποτέλεσμα

Η μετάλλαξη Όμικρον του κορονοϊού έχει αυξήσει ραγδαία τα self, rapid και PCR τεστ σε ολόκληρο τον πλανήτη.

Υπάρχει ωστόσο μεγάλος προβληματισμός για το αν υπάρχει κάποιο διαγνωστικό κενό στα γρήγορα τεστ αντιγόνου (rapid test), όταν αυτά γίνονται στα πρώτα 24ωρα που κάποιος έχει νοσήσει από κορονοϊό.

Συγκεκριμένα τα τεστ ταχείας ανίχνευσης του αντιγόνου SARS-CoV-2 -αυτά που λέμε όλοι rapid test- εμφανίζονται λιγότερο «ευαίσθητα» στη έγκαιρη και έγκυρη διάγνωση της λοίμωξης Covid-19, μέσα στα πρώτα 24ωρα. Κι αυτό συμβαίνει μόνο με την παραλλαγή Όμικρον, ενώ πολύ σπανιότερα στις προηγούμενες παραλλαγές του κορονοϊού.

Ολοένα και περισσότεροι επιστήμονες, αλλά και απλοί πολίτες προβληματίζονται με αυτή τη διαπίστωση, καθώς σύμφωνα με τα νεότερα δεδομένα, μικρότερη ακρίβεια στα rapid test και αύξηση στα ψευδώς αρνητικά δεν αποκλείεται να συμβάλλουν στην ακόμα μεγαλύτερη διασπορά της ασθένειας.

Πρόσφατη μικρής έκτασης μελέτη, που δεν έχει ακόμη υποβληθεί σε αξιολόγηση από ομότιμους, αλλά δημοσιεύτηκε στο medRxiv, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι τα γρήγορα τεστ αντιγόνου μπορεί να εμφανίσουν “αστοχία” στην ταυτοποίηση της Όμικρον μέσα στις πρώτες ημέρες της μόλυνσης.

Δείτε ακόμα:  Επιδότηση ηλεκτρικών συσκευών: Οι δύο επιλογές για το voucher - Τι θα κρίνει τους δικαιούχους

Πρόκειται για ένα διαγνωστικό “παράθυρο”, λένε οι ειδικοί, κατά τη διάρκεια του οποίου, ο ιός μπορεί να μεταδοθεί σε άλλα άτομα, αφού ο θετικός στη νόσο Covid ασθενής, δεν θα έχει απομονωθεί έγκαιρα.

Τι έδειξε η μελέτη

Η μελέτη εξέτασε 30 εργαζόμενους σε επιχειρήσεις τριών πόλεων των ΗΠΑ, οι οποίοι ελέγχονταν καθημερινά. Αποδείχθηκε ότι κατά τις ημέρες 0 και 1 μετά από ένα θετικό τεστ PCR, όλα τα rapid test που διενεργήθηκαν παρήγαγαν ψευδώς αρνητικά αποτελέσματα, παρόλο που σε 28 από τις 30 περιπτώσεις, τα επίπεδα του ιού που ανιχνεύθηκαν στο μοριακό PCR τεστ, ήταν αρκετά υψηλά για να μολύνουν άλλους ανθρώπους.

Σε τέσσερις περιπτώσεις, οι ερευνητές κατάφεραν να επιβεβαιώσουν ότι τα μολυσμένα άτομα μετέδωσαν τον ιό σε άλλους ανθρώπους κατά την περίοδο που προηγήθηκε από το θετικό αποτέλεσμα.

Δείτε ακόμα:  Κορονοϊός: 6.252 νέα κρούσματα - 21 νέοι θάνατοι και 167 οι διασωληνωμένοι

Επίσης είναι πολύ πιθανό, όπως είπαν, να υπήρξε μεγαλύτερη διασπορά από αυτή που κατόρθωσαν να επιβεβαιώσουν στη μελέτη τους.

«Νομίζω πως με κάθε νέα παραλλαγή που έρχεται, οι επιστήμονες πρέπει να θέτουν σε αμφισβήτηση οτιδήποτε ίσχυε προηγουμένως», δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης Blythe Adamson, επιδημιολόγος στο Infectious Economics στη Νέα Υόρκη.

«Αυτός ο ιός έχει διαφορετικό τρόπο να μεταδίδεται, διαφορετικό μηχανισμό εκδήλωσης συμπτωμάτων και διαφορετικές οδούς μετάδοσης», πρόσθεσε.

Να σημειωθεί πως τα δύο είδη rapid test, που χρησιμοποιήθηκαν στη μελέτη είχαν έγκριση από τον Αμερικανικό Οργανισμό Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA).

Απαραίτητη η συνέχιση των rapid test

Οι επιστήμονες υποψιάζονται πως το πρόβλημα έχει προκύψει εξαιτίας των πολύ ειδικών χαρακτηριστικών της νέας μετάλλαξης. Η Όμικρον, όπως λένε, κάνει «συγκεντρώσεις» περισσότερο στον λαιμό και όχι στη μύτη. Αυτός ενδέχεται να είναι και ο λόγος που τα ρινικά επιχρίσματα τα οποία χρησιμοποιούνται στα κιτ ταχείας δοκιμής, συχνά δεν ανιχνεύουν την παραλλαγή.

Δείτε ακόμα:  Κορονοϊός: 3.066 νέα κρούσματα - 24 νέοι θάνατοι και 171 οι διασωληνωμένοι

Δεν αποκλείεται όπως λένε, με όλα αυτά τα rapid test που πραγματοποιούνται με τη λήψη ρινικού επιχρίσματατος, να χάνονται πολλές πρώιμες διαγνώσεις, ενώ δεν αποκλείεται τα τεστ σάλιου να είναι πιο αποτελεσματικά και να λειτουργούν καλύτερα.

Οι ερευνητές τονίζουν πως κανένας δεν υποστηρίζει πως τα τεστ αντιγόνου δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται, ούτε πως δεν μπορεί να αποδειχθούν αξιόπιστα σε πολλές περιπτώσεις. Μάλιστα είναι απαραίτητα όταν υπάρχει καθυστέρηση στην έκδοση αποτελέσματος από τα PCR τεστ, τα οποία συχνά αργούν.

Όμως, διατυπώνουν αμφιβολίες για το εάν θα πρέπει να θεωρούνται αξιόπιστα σε περιπτώσεις που χρησιμοποιούνται μαζικά πριν από μεγάλες συγκεντρώσεις ανθρώπων, ή για την προστασία στους χώρους εργασίας.

Πηγή Iatropedia/Γιάννα Σουλάκη