Ήταν αρχές της δεκαετίας του 1990 όταν μια υπόθεση θα συγκλόνιζε ολόκληρη τη χώρα, αφήνοντας πίσω της ένα από τα πιο σκοτεινά κεφάλαια της ελληνικής εγκληματολογικής ιστορίας. Η υπόθεση των «σατανιστών της Παλλήνης» παραμένει μέχρι σήμερα μία από τις πιο σκοτεινές και ανατριχιαστικές ιστορίες που σημάδεψαν τη χώρα.
Δύο νεαρές γυναίκες δολοφονήθηκαν με φρικτό τρόπο, δεκάδες οικογένειες βυθίστηκαν στον εφιάλτη, ενώ ολόκληρη η χώρα παρακολουθούσε με κομμένη την ανάσα τις αποκαλύψεις που ξετυλίγονταν μέρα με τη μέρα.
Στις 29 Δεκεμβρίου 1993 οι Αρχές προχώρησαν στις πρώτες συλλήψεις της ομάδας που τα ΜΜΕ θα αποκαλούσαν «η παρέα της φρίκης»: ο Ασημάκης Κατσούλας, ο Μάνος Δημητροκάλης και η Δήμητρα Μαργέτη οδηγούνται στα γραφεία του Ανθρωποκτονιών, την ώρα που νεαρά κορίτσια φτάνουν συνεχώς για καταθέσεις. Όσα περιγράφουν, «τελετές» με μαύρα κεριά, προσφορά αίματος στον Κατσούλα, σεξουαλική κακοποίηση με πρόσχημα τους «δαίμονες», σοκάρουν την κοινή γνώμη και προκαλούν κύμα αγανάκτησης.
Η υπόθεση παίρνει διαστάσεις θρίλερ. Οι λεπτομέρειες που γίνονται γνωστές αναγκάζουν τη Δικαιοσύνη να απαγορεύσει τη μαγνητοσκόπηση της δίκης, ώστε να μη μετατραπεί σε τηλεοπτικό θέαμα.
Ο πρώτος φόνος – Η 14χρονη Δώρα Συροπούλου
Η αρχή του εφιάλτη γίνεται στις 27 Αυγούστου 1992. Η 14χρονη Δώρα Συροπούλου πείθεται από τους Κατσούλα, Δημητροκάλη και Μαργέτη να τους ακολουθήσει σε απομονωμένο σημείο στο Σέσι Κορωπίου, με το πρόσχημα ότι θα της δείξουν «τελετές μύησης». Η παρουσία της Μαργέτη καθησυχάζει τη μικρή, που αγνοεί πως οδηγείται στον θάνατο.
Σύμφωνα με τη δικογραφία, όταν έφτασαν στο Σέσι, οι δράστες την ακινητοποιούν, την γδύνουν, της περνούν χειροπέδες και την εξαναγκάζουν να γονατίσει κρατώντας ένα κερί. Τη χτυπούν στο κεφάλι και, όταν διαπιστώνουν πως είναι ακόμα ζωντανή, τη στραγγαλίζουν. Ακολουθούν πράξεις ασέλγειας και στο τέλος καίνε τη σορό της με βενζίνη.
Αργότερα, η Δήμητρα Μαργέτη θα καταθέσει ότι ο Ασημάκης Κατσούλας τής είχε πει πως «ένας δαίμονας ζητούσε μια συγκεκριμένη κοπέλα», ισχυριζόμενη πως πίστευε ότι το κορίτσι απλώς θα «εξαφανιζόταν». Όπως ανέφερε, φοβόταν πως αν μιλούσε θα είχε την ίδια κατάληξη.
Ο δεύτερος φόνος – Η δολοφονία της Γαρυφαλλιάς Γιούργα
Μερικούς μήνες αργότερα, τη Μεγάλη Τετάρτη του 1993, η ομάδα χτυπά ξανά. Θύμα αυτή τη φορά η 28χρονη Γαρυφαλλιά Γιούργα, μητέρα ενός οκτάχρονου παιδιού και εργαζόμενη ως καμαριέρα στο ξενοδοχείο Μεγάλη Βρετανία. Στον δρόμο της επιστροφής στο σπίτι της στα Γλυκά Νερά από τη δουλειά, οι Κατσούλας και Δημητροκάλης την πλησιάζουν δήθεν ως αστυνομικοί και την αναγκάζουν να επιβιβαστεί στο αυτοκίνητό τους.
Σε ερημικό σημείο στο Κορωπί, της βάζουν χειροπέδες, τη γδύνουν και τη βιάζουν. Όταν η γυναίκα εξακολουθεί να αναπνέει, ο Κατσούλας, σύμφωνα με την κατάθεση Δημητροκάλη, την χτυπά επανειλημμένα στο πρόσωπο με μια μεγάλη πέτρα μέχρι να το πολτοποιήσει. Η Γιούργα τους εκλιπαρούσε να τη λυπηθούν για χάρη του παιδιού της.
Η εξομολόγηση που έλυσε τον γρίφο
Η έρευνα της Αστυνομίας για τον πρώτο φόνο δεν είχε αποδώσει. Η οικογένεια της Δώρας Συροπούλου είχε ζητήσει βοήθεια από πρώην αξιωματικό του Ανθρωποκτονιών, ο οποίος είχε ήδη εντοπίσει κρίσιμες πληροφορίες. Εκείνος είχε φτάσει νωρίτερα από την αστυνομία στα κεντρικά πρόσωπα, έχοντας μιλήσει με τον ιδιοκτήτη της καφετέριας από την οποία είχαν χαθεί τα ίχνη του κοριτσιού.
Όμως η υπόθεση ξετυλίχθηκε απροσδόκητα όταν ο Μάνος Δημητροκάλης, καταρρακωμένος από ενοχές και φοβούμενος ότι ο Κατσούλας είχε στο στόχαστρο άτομο της οικογένειάς του, εξομολογήθηκε τα πάντα σε ιερέα λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα του 1993.
Στις 28 Δεκεμβρίου παρουσιάστηκε στις Αρχές και ομολόγησε πλήρως. Ο πατέρας του θα πει αργότερα πως ο γιος του γύρισε σπίτι «λυτρωμένος» λέγοντας της αλήθεια.
Οι συλλήψεις της «παρέας της Παλλήνης» ακολούθησαν άμεσα, όπως και διώξεις σε άτομα από τον ευρύτερο κύκλο τους.
Η δίκη και οι ποινές
Η δίκη ξεκίνησε στις 23 Ιουνίου 1995 στο Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών, υπό αυστηρά μέτρα ασφαλείας και πλήρη απαγόρευση βιντεοσκόπησης. Η Μαργέτη και ο Δημητροκάλης υπέδειξαν τον Κατσούλα ως τον «εγκέφαλο», μιλώντας για μύηση στον σατανισμό και συμμετοχή και άλλων νέων στις τελετές.
Την 1η Ιουλίου 1995 ανακοινώνονται οι ποινές: ο Ασημάκης Κατσούλας και ο Μάνος Δημητροκάλης καταδικάζονται σε δύο φορές ισόβια και σε επιπλέον πρόσκαιρες ποινές. Η Δήμητρα Μαργέτη καταδικάζεται σε 17 χρόνια και 4 μήνες για απλή συνέργεια και αρπαγή ανηλίκου αναγνωριζόμενου μόνο του ελαφρυντικού της μετεφηβικής ηλικίας. Κατερίνα και Μαρία Ρηγάκη και Βαρβάρα Αγγελοπούλου κρίνονται επίσης ένοχες, ενώ ο Χαράλαμπος Ζάβρας και η Αγγελική Αναγνώστου αθωώνονται.
Οι αποφυλακίσεις
Η Δήμητρα Μαργέτη αποφυλακίζεται πρώτη, τον Νοέμβριο του 2001, μετά από οκτώ χρόνια στις γυναικείες φυλακές Κορυδαλλού. Το 2005 παντρεύεται έναν εργολάβο οικοδομών, αποκτά δύο παιδιά και αρκετά χρόνια αργότερα καταθέτει ασφαλιστικά μέτρα κατά του συζύγου της.
Ο Μάνος Δημητροκάλης ακολουθεί τον Μάρτιο του 2013 και εργάζεται ως προγραμματιστής σε ιδιωτική εταιρεία. Είχε κάνει σχετικές σπουδές όσο βρισκόταν στη φυλακή.
Ο Ασημάκης Κατσούλας αποφυλακίζεται τελευταίος, τον Δεκέμβριο του 2016, από τις φυλακές της Αγιάς όπου κρατούνταν με βούλευμά του Συμβουλίου Εφετών Κρήτης, μετά από αλλεπάλληλες αποτυχημένες αιτήσεις. Οι φωτογραφίες του μετά την αποφυλάκιση έκαναν τον γύρο του διαδικτύου.













































