Παναγ. Δρίβας: Λόγια του Αυγούστου

Αύγουστος, μπαίνει καυτός, για τον Βαρδάρη εποχή δεν είναι, η όποια υποψία δροσιάς εξατμίζεται στη θολούρα της ατμόσφαιρας. Οι νέοι ξεφαντώνουν, σε μια απότομη βίαιη αποστροφή, οι καλλονές αλωνίζουν στο Αιγαίο, μια σειρήνα ακούγεται πέρα μακριά….

Δεν κουνιέται φύλλο….

Ένας χρόνος τώρα, μια «πνοή» ζωής πάνω από το ακίνητο κορμί, ένα χαμόγελο σταθερό στα «παγωμένα» χείλη. Μιλάνε, αντιλαμβάνεται… φεύγει, βλέπει τα φτερά, άσπρα.

Όλα περνάνε από μπροστά του, ας λένε οι περαστικοί.

Κατοχή, πείνα, αγωνία επιβίωσης, η μάνα που μεγάλωσε τέσσερα παιδιά, το καμιόνι που έσβησε τον «οκτάχρονο Χρήστο μας».

Δείτε ακόμα:  Βασίλης Σπαντούρος: Το οριστικό τέλος της ελευθερίας μας! Δεν ήμουν αρνητής, ούτε ψεκασμένος…

«Μεγάλο μυαλό» συνήθιζε να λέει. «Θα έκανε σπουδαία πράγματα αυτός»… Σε λίγο θα τον βρει…

Οι αντάρτες, ο στρατός, ισορροπίες τρόμου σε μια τόσο δα αυλή. Τα κατάφερε, η μαυροφόρα, μονάχη χωρίς άντρα από νωρίς. Μεγάλωσαν τα υπόλοιπα, και η σκυτάλη στο μεγάλο αδελφό. Απέραντος σεβασμός, τεράστια ευγνωμοσύνη στη γριά του.

Η νιότη, η σκληρή δουλειά. Από τις 4 στους δρόμους να παντρέψει τις αδερφάδες. Τη μία στην Αθήνα, την άλλη εκεί κοντά…. Και μετά η δική του σειρά. Η οικογένεια, τα παιδιά, άλλες αγωνίες… προωτόγνωρες συγκινήσεις.

Δείτε ακόμα:  Παναγ. Δρίβας: Δηλώνω υπεύθυνα ότι είμαι εν ζωή, αλλά πάλι δεν είμαι και σίγουρος

Του άρεσε η θάλασσα. Το βαρκάκι, το ψάρεμα, να ξεχνιέται, να φεύγει λίγο το μυαλό από τις μπόρες, το λιοπύρι, τον ατελείωτο δρόμο. Έβλεπε μόνο το τέλος, το μεροκάματο στο σπίτι, να βγουν πέρα οι υποχρεώσεις. Διασκέδαση λίγη, σε φίλους στα σπίτια, άντε και σε καμία ταβέρνα, γιορτή με τα παιδιά όλα τριγύρω.

Μεγάλες χαρές και τα πανηγύρια στο χωριό. Μέχρι το πρωί….

Του άρεσε και η γη. Το μικρό χωραφάκι με τις ελιές. Να το περιποιηθεί, να πάρει τον καρπό, το λάδι της χρονιάς. Τους έβγαλε πέρα στα δύσκολα, όταν χρειάστηκε, σαν από θαύμα….

Δείτε ακόμα:  Γεωργία: Ένα κορίτσι με κάτι... αρχ@@@ να!!! (χωρίς μετά συγχωρήσεως)

Το πρώτο corolla, άσπρο… πόρσε. Δεν θα χρειαζόταν πλέον να πάνε με το λεωφορείο στο χωριό. Έπιασε δουλειά η σύντροφος, βγήκε από το σπίτι, βοήθησε πολύ, καλύφθηκαν ανάγκες, ένιωθαν πιο άνετα. Τα παιδιά παίρνουν το δρόμο τους σιγά σιγά.

Πίστευε στην σκληρή δουλειά, κατακεραύνωνε το άδικο, μάλωνε με τον ρουφιάνο, πάλευε, ήταν συνδικαλιστής, καθαρός, αντρειωμένος.

Ώρα με την ώρα, μέρα με την ημέρα.

Παναγιώτης Δρίβας

Πηγή: Εφημερίδα Polis