Θανάσης Πιστικίδης: Εγκαταλείποντας την Τρίγλια στις 29 Αυγούστου 1922


Στις 29 Αυγούστου, την ημέρα της φυγής, ο πατέρας μου δεν ήταν στην Τρίγλια. Είχε πάει πριν από τρεις μέρες στην Προύσα για δουλειές του. Παράλληλα ο αδελφός της μητέρας μου, ο Βασίλης Κολιβίδης, είχε την γυναίκα του, την αξέχαστη θεία Σμαρώ, κατάκοιτη από αρκετά χρόνια.

Με το πρώτο βαπόρι, το «Χελιδόνι», φρόντισε να στείλει τη θεία την κατάκοιτη στο άγνωστο, ζητώντας από την μητέρα μου να τη συνοδεύει η αδελφή μου Γεωργία, 8 χρονών τότε.

Η μητέρα μου έδωσε τη μικρή νομίζοντας πως ο τόπος προορισμού θα ήταν ένας για όλα τα βαπόρια και θ’ ανταμώνανε εύκολα, το πίστευε φυσικά και ο θείος ο Κολιβίδης. Αυτός έμεινε για να πάρει από το σπίτι του ότι ρουχισμό θα μπορούσε και να φύγει μ’ άλλο πλοίο.

Ο θείος βιάζονταν πολύ να φύγει, γιατί ήξερε τι τον περίμενε αν τον έπιαναν οι Τούρκοι στην Τρίγλια. Ο θείος ήταν εκείνος ο ντεληφυσέκης, που με την σφαίρα του, είχε ρίξει το μισοφέγγαρο από το τζαμί την ημέρα που ο Ελληνικός Στρατός μπήκε στην Τρίγλια. Αφού πήρε κάνα-δύο μπόγους ρούχα στην πλάτη, έφυγε με το «Γκόρντον», αλλά αποβιβάστηκε στην Τένεδο κι έτσι έχασε την άρρωστη γυναίκα του και την αδελφή μου, που το «Χελιδόνι» τις είχε αποβιβάσει στη Ραιδεστό.

Η μητέρα μου, μόνη, παλεύει στο σπίτι να ετοιμάσει κανένα ντέγκι, κάνα μπόγο και με τρία κουτσούβελα στα χέρια, τον αδελφό μου Φιλήμονα 6 χρονών, εμένα 4 χρονών και την 8μηνη αβάπτιστη Θεοχαρούλα (Τούλα).

Με τη βοήθεια του θείου Βιάδη και του θείου Μπαλάση φθάσαμε στην παραλία, αλλά η μητέρα δεν επιβιβάζεται. Αγωνιά για τον πατέρα, περιμένει ελπίζει πως, έστω και την τελευταία ώρα, θα φανεί. Ρωτά και ξαναρωτά μήπως τον είδε κανείς, μήπως ήρθε, τίποτε όμως.

Ο πατέρας δεν φάνηκε. Το «Βιθυνία», το τελευταίο βαπόρι, φορτώνει, ο κόσμος αγωνιά στριμώχνεται φορτώνει ότι μπορεί και πηδάει μέσα. Μερικοί στρατιώτες από διαλυμένα τάγματα προστίθενται στον κόσμο και πηδούν και αυτοί στο βαπόρι, φέρνοντας και την είδηση ότι οι Τούρκοι βρίσκονται στα υψώματα της Τρίγλιας και ότι πιο πίσω γίνονται άγριες μάχες. Κάποιοι βοηθούν την μητέρα να μπει στο βαπόρι και βάζουν μέσα ότι από τα υπάρχοντά μας έχουν έρθει στη θάλασσα. Δύο ντέκια και τρεις-τέσσερις μπόγοι.

Σπρώχνουν και κείνη και μας τα μικρά, και μας βάζουν μέσα μαζί με τη γιαγιά Μαγδαληνή. Πατάμε στο κατάστρωμα του υπερφορτωμένου βαποριού και η μητέρα κοιτάζει να μας συγκεντρώσει κοντά της. Αλλά μόνο εγώ είμαι κοντά της και η αβάπτιστη μικρούλα, που έχει στην αγκαλιά.
Τρελαίνεται η μάνα:

-Ο Φιλήμων; Που είναι ο Φιλήμων; Που είναι ο Φιλήμων μου; Φωνάζει η ταλαίπωρη και κοντεύει να τρελαθεί.

Το βαπόρι σφυρίζει για τελευταία φορά, αποχαιρετώντας την Τρίγλια για πάντα και κάποιος της λέει πως τον είδε να βγαίνει από το βαπόρι. Τον ρωτά αν είναι αλήθεια, αν πράγματι τον είδε να βγαίνει και εκείνος της λέει:

-Ναι, Αναστασία μου, τον είδα να βγαίνει και νόμισα πως εσύ τον έστειλες να φέρει κανένα μπόγο και δεν τον εμπόδισα.

Αρπάζοντας με από το μανίκι και με το μωρό στην αγκαλιά ρίχνεται έξω από το βαπόρι και παίρνει τον δρόμο έξαλλη προς το σπίτι, προς το χωριό. Κάτι σκέφτηκε. Κάτι φαντάστηκε αυτή. Τρέχει και μας σέρνει ξωπίσω της, αλλά το βαπόρι σηκώνει άγκυρα, λύνει κάβο και ξεκινά. Πλησιάζοντας στο σπίτι, να ο μικρός Φιλήμων να κατηφορίζει προς τη θάλασσα και να κρατά στο χέρι ένα σακούλι.

Δείτε ακόμα:  Ραφήνα: Το μήνυμα του Βασ. Πιστικίδη για την Ημέρα Μνήμης της Γενοκτονίας του Ελληνισμού του Πόντου

-Παιδί μου, γιατί έφυγες; Παιδάκι μου που πήγες; Ρωτάει αναστατωμένη η άγια μάνα. Και κείνος, μ’ όλη την παιδική άγνοια και αφέλεια;

-καλέ μαμά ήρθα να πάρω τις μπίλιες μου (τους βόλους του).

Τρέχει πάλι προς τη θάλασσα, σέρνοντας και μας από πίσω της, φθάνει, αλλά το «Βιθυνία» έχει πια απομακρυνθεί. Φωνάζει, ωρύεται, αλλά τίποτε. Το «Βιθυνία» έβαλε πια πλώρη για το Τσανάκαλε για τα Δαρδανέλια.

Μόνη κι έρημη στην άμμο της παραλίας, κοιτάζει το πέλαγος μήπως φανεί ελπίδα σωτηρίας, κοιτάζει το πέλαγος μήπως φανεί ελπίδα σωτηρίας, κοιτάζει προς χωριό, προς τη Βαϊνού μήπως φανεί ο πατέρας, τίποτε. Βλέπει τους Τούρκους του χωριού, που άρχισαν να μπαινοβγαίνουν στ’ αρχοντόσπιτα της παραλίας και τρελαίνεται από την αγωνία. Σε λίγο θα βραδιάσει. Τι να την περιμένει; Και ξαφνικά, να ένας χωριανός, είναι ο συγγενής της ο Αναστάσης ο Πατικάς.

Να κι άλλος με τη γυναίκα του, να κι άλλος, να και τρεις-τέσσερεις στρατιώτες. Έγιναν μια ομάδα καμιά δεκαπενταριά νοματαίοι και συζητούν τι θα κάνουν, τι μπορεί να γίνει, πως θα φύγουν. Στην άμμο αναποδογυρισμένη βρίσκεται μια παλιόβαρκα (τσιριασμένη). Να, η σωτηρία! Τη ρίχνουν οι άνδρες στη θάλασσα, μα η βάρκα κάνει πολλά νερά. Βρίσκουν τενεκεδένια κουτιά, τα ρίχνουν μέσα, βρίσκουν και κάνα δυο κουπιά, καδρόνια, τάβλες, όλα μέσα στη βάρκα. Μπαίνουν οι τρεις, τα πέντε παιδιά, οι τέσσερες στρατιώτες κι άλλοι τρεις άνδρες χωριανοί. Ο Πατικάς και τέσσερες άλλοι χωριανοί δεν θέλουν όμως να φύγουν, δεν θέλουν να αποχωριστούν την Τρίγλια.

Εμείς δεν φεύγουμε, στείλαμε τις γυναίκες μας, τα παιδιά. Εμείς θα μείνουμε μια-δυο μέρες όσο μπορέσουμε. Άιντε στο καλό.

-Αν δείτε τον Βασίλη πέστε του πως έφυγα, φωνάζει η μητέρα.

Ο ήλιος πλησιάζει στη δύση του. Ένας κατακόκκινος πυρακτωμένος ήλιος(*), που λες και κοκκίνισε και αυτός απ΄ τη ντροπή του, για την φοβερή αδικία, για τη φοβερή σφαγή. Οι άνδρες τραβούν κουπί, οι γυναίκες βγάζουν συνέχεια νερό, η βάρκα είναι ως τη μέση γεμάτη νερό. Κωπηλατούν, κωπηλατούν, βραδιάζει για τα καλά, νυκτώνει. Πόσες ώρες κράτησε αυτό το ταξίδι κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά. Χαράζει, ξημερώνει, ζυγώνουν στην απέναντι στεριά, είναι η Ραιδεστός. Σώθηκαν.

Στην αμμουδιά της Ραιδεστού πολλοί Τριγλιανοί, και άλλοι από τα γύρω χωριά, ξεκουράζουν τα κατάκοπα κορμιά τους. Ευτυχώς είναι καλοκαίρι ακόμη και ο καιρός είναι σύμμαχός τους. Ξημερώνει, να ο ένας να ο άλλος, οι χωριανοί, οι συμπατριώτες μας τα λένε. Μια γειτόνισσα της λέει πως στη Ραιδεστό βρίσκεται και η μικρή Γεωργία με την άρρωστη θεία αλλά χθες αργά το βράδυ κάποιος παπάς ήρθε και πήρε την άρρωστη και τη μικρή σπίτι του.

Η μητέρα γνωρίζει τον παπά της Ραιδεστού, είναι φίλος και του πατέρα και του θείου του Κολιβίδη. Γνώρισε τη μικρή και τη θεία ο καλός παπάς και τις πήρε σπίτι του. Η μητέρα ανάσανε, που αντάμωσε το παιδί της. Όταν ξημέρωσε για τα καλά πήγε στο σπίτι του παπά και βρήκε τη Γεωργία και τη θεία Σμαρώ. Σε λίγες μέρες πέρασε από τη Ραιδεστό το «Ευστράτιος» και πήρε όσους ήθελαν να έρθουν στην Ελλάδα και τους ασθενείς.

Δείτε ακόμα:  Ραφήνα - εστίαση: Ζητείται προσωπικό

Τη θεία Σμαρώ τη βάλανε στο βαπόρι και την μετέφεραν στη Θες/νίκη σε νοσοκομείο, ενώ η μητέρα και εμείς πήγαμε για την Πόλη, με την ελπίδα μήπως και συναντήσουμε τον πατέρα. Ο θείος Κολιβίδης, ύστερα από ενάμιση χρόνου αναζήτησης, βρήκε τη θεία Σμαρώ σε Νοσοκομείο της Θες/νίκης.

1926: Θανάσης Πιστικίδης και Βασίλης Κολιβίδης, μόλις εγκαταστάθηκαν στην Ραφήνα, Αττικής
1930: Μέλη της οικογένειας Βασίλη Πιστικίδη στη Δράμα, όπου εγκαταστάθηκαν προσωρινά.

Ο πατέρας έφθασε στην Τρίγλια, ύστερ΄ από την δική μας αναχώρηση, μόλις είχε γείρει ο ήλιος. Στην Τρίγλια είχαν αρχίσει να μπαίνουν οι Τούρκοι στρατιώτες άτακτοι, εξαγριωμένοι και οι Τούρκοι του χωριού διαγούμιζαν, γλεντούσαν τη νίκη τους και βασάνιζαν τους πέντε Τριγλιανούς που είχαν μείνει.

Ανάμεσα τους βρέθηκε ξαφνικά και ο πατέρας. Πριν καλά-καλά αντιληφθεί τι συμβαίνει, γιατί από την πλευρά της Βαϊνούς, απ’ όπου μπήκε στο χωριό, δεν συνάντησε κανένα, τον πλησιάζει ένας Τριγλιανός Τούρκος και, δίνοντας του μια δυνατή σπρωξιά και δύο χαστούκια, τον ρωτά:

-Σενί καϊνί νέρτε (δηλ. που είναι ο κουνιάδος σου);

Ο πατέρας ήξερε καλά Τούρκικα και εύστροφος όπως ήταν κατάλαβε αμέσως τι ήθελαν τον κουνιάδο του. Γι’ αυτό δεν αμφέβαλλε καθόλου, γιατί μπροστά του, δεμένος στον πλάτανο και καταματωμένος από το ξύλο, βρίσκονταν ο Αντώνης ο Λεός (Κουκής).

Ήταν αυτός ο οποίος τη μέρα που μπήκε ο Ελληνικός Στρατός στην Τρίγλια, ανέβηκε και γκρέμισε την κορυφή του μιναρέ. Ο άλλος ο θείος μου, που με τη σφαίρα του έριξε το μισοφέγγαρο, φρόντισε να φύγει έγκαιρα και γι’ αυτόν εκαλείτο τώρα να πληρώσει ο πατέρας.

Οι άλλοι τέσσερεις κείτονταν στο χώμα σε κακή κατάσταση και γύρω-γύρω οι Τούρκοι, ντόπιοι και στρατιώτες, άλλος με βέργες, άλλος με κλωτσιές, άλλος με νερό τους αργοβασάνιζαν. Στις ερωτήσεις των Τούρκων ο πατέρας απάντησε ότι δεν μπορούσε να ξέρει για τον κουνιάδο του, γιατί μόλις τώρα γυρίζει στο χωριό και δεν ξέρει ούτε για την οικογένεια του. Τον βασάνισαν αρκετά, τον πέταξαν κάτω με ξύλα και κλωτσιές, και θα ήταν ο έκτος των εκτελεσθέντων Τριγλιανών, αν δεν εμφανιζόταν, σαν από μηχανής θεός, ένας Τριγλιανός Τούρκος, να μπει ανάμεσα στους εξαγριωμένους συμπατριώτες του και να φωνάζει:

-Αφήστε αυτόν τον άνθρωπο, μη τον κτυπάτε. Είναι ο σωτήρας του παιδιού μου, αφήστε τον σε μένα.

Πάλεψε με φωνές και χέρια ο Τούρκος εκείνος και τελικά τον κέρδισε. Τον γλύτωσε από τον θάνατο.

Τι είχε προηγηθεί και γλύτωσε ο πατέρας;

Λίγους μήνες ύστερ’ από τον ερχομό του Ελληνικού Στρατού στην Τρίγλια, ένα βράδυ και ενώ η μητέρα μου γύριζε από μια επίσκεψη, σε μια σκοτεινή ρύμνη (στενοσόκακο), ακούει μια κοριτσίστικη φωνή να ζητάει βοήθεια, στα Τούρκικα. Πλησιάζει και βλέπει ένα Έλληνα στρατιώτη να προσπαθεί να βιάσει μια Τουρκοπούλα, όχι πάνω από δεκατεσσάρων χρονών.

Τέτοιο επεισόδιο δεν είχε γίνει, ούτε ξανάγινε στην Τρίγλια. Ήταν το μοναδικό. Πήρε το κορίτσι και το πήγε σπίτι του. Με χίλια ευχαριστώ η μητέρα και ο πατέρας του κοριτσιού, δεν έπαυαν να μας ευχαριστούν και να ζητούν να κάνουν κάποια εξυπηρέτηση.

Δείτε ακόμα:  Ραφήνα: Προβλήματα από την κακοκαιρία - Δεν έφυγε το πλοίο για Μαρμάρι

Και να, η μεγάλη εξυπηρέτηση, και να η ανταπόδοση και να, η μεγάλη αναγνώριση. Αυτός ο άνθρωπος, ο απλός, μπήκε μέσα στο λυσσασμένο λεφούσι, όταν γνώρισε τον πατέρα και τον έσωσε. Τους είπε πως είναι και ψωμάς (φούρναρης) και να τον βάλουν σ’ ένα φούρνο να βγάζει ψωμί γι’ αυτούς και αυτός εγγυάται για την απόδραση του.

Η λαϊκή παροιμία λέει: «κάνε το καλό και ρίξτο στο γιαλό» και το καλό εκείνο βγήκε από τον γιαλό και ανταποδόθηκε και με το παραπάνω. Πράγματι, τον πατέρα τον έβαλαν και δούλευε για λογαριασμό τους τον φούρνο του Προύσαλη. Άλευρα η αποθήκη του φούρνου είχε αρκετά και ο πατέρας δούλευε. Μια μέρα, ο σωτήρας του Τούρκος τον είδε ανήσυχο, γιατί δεν ήξερε που βρισκόμασταν, τον πλησιάζει και του λέει:

-Βασίλη, μην κάνεις καμιά τρέλα και φύγεις, γιατί θα σε σκοτώσουν. Δούλευε και περίμενε, κι εγώ, την κατάλληλη ώρα, θα σε φυγαδεύσω με σίγουρο μέσον.

Πράγματι, ύστερα δυο και πλέον μήνες, ο καλός εκείνος Τούρκος κράτησε το λόγο του. Θα είχαν ασφαλώς ηρεμήσει τα πράγματα στην Τρίγλια κι ένα βράδυ με φιλικό του τούρκικο καΐκι τον φυγάδεψε στην Πόλη.

Εμάς, μας είχαν εγκαταστήσει στα Ψωμαθιά. Ακριβώς απέναντι από την εκκλησία του Αγίου Κωνσταντίνου, σ’ ένα επιπλωμένο και ωραίο σπίτι ιδιοκτησίας της εκκλησίας. Ένα πρωινό λοιπόν, του Νοέμβρη ήλθε το ευχάριστο μήνυμα. Κάποιος Τριγλιανός ήλθε τρεχάτος και φωνάζοντας:

-Αναστασία, Αναστασία, πάρε ρούχα και τρέχα στο Γαλατά να πάρεις τον Βασίλη. Ήρθε ο Βασίλης.

Πήρε η μητέρα μου μια αλλαξιά, άφησε το μωρό στη γιαγιά, η Γεωργία και ο Φιλήμων πήγαιναν σχολείο, που λειτουργούσε στον αυλόγυρο του Αγ. Κωστ/νου και μένα από το χέρι και τρέξαμε στο Γαλατά, μαζί με τον καλό Τριγλιανό, που μας έφερε την είδηση. Θυμάμαι τη σκηνή: τον πατέρα να βγαίνει από το αμπάρι ενός καϊκιού, με τα εσώρουχα που ήταν κάποτε άσπρα, σαν Λάζαρος π’ ανασταίνεται στις Βυζαντινές Αγιορείτικες εικόνες. Είχαμε σμίξει, είχαμε σωθεί.

Από την Πόλη φύγαμε σαν ανταλλάξιμοι, το καλοκαίρι του 1924. Ένα φορτηγό το «Έλλη», με Τριγλιανούς κι άλλους ανταλλάξιμους, μετά από διάφορες περιπέτειες, μας ξεφόρτωσε κυριολεκτικά στους άμμους της Καλαμαριάς στη Θες/νίκη.

Υ.Γ. Ο Θανάσης Πιστικίδης ήταν ο αδελφός της μητέρας μου Γεωργίας, άρα η δική του ιστορία, είναι και δική μου!

(*) Αντιγράφοντας τώρα αυτό το κομμάτι, συνειδητοποιώ ότι πράγματι πρέπει να ήτανε ένα όμορφο κατακόκκινο δειλινό, όταν εγκατέλειψαν την Τρίγλια. Έτσι, κατάλαβα τώρα, ποια ακριβώς στιγμή είχε χαραχτεί ανεξίτηλα στη μνήμη της γιαγιάς μου, όταν ένα βραδάκι, βλέποντας την ανάκλαση ενός κατακόκκινου ηλιοβασιλέματος στο απέναντι τζάμι άρχισε να φωνάζει: «οι Τούρκοι, οι Τούρκοι, καίνε το χωριό, έρχονται. Φέρε γρήγορα το μπόγο με τα ρούχα των μικρών να φύγουμε». Πάντα υπήρχαν έτοιμοι μπόγοι!

Από το βιβλίο: Θ. Πιστικίδης: Τρίγλια Βιθυνίας, Αθήνα 1983, σελ.77

Πηγή: triglianoi.gr