Το προξενιό της Ιουλίας – Ο Γιώργος Πολίτης γράφει για το νέο του μυθιστόρημα

Ήταν η ώρα που ο χρόνος έπαψε να έχει σημασία. Η Ιουλίτσα, καθισμένη στο χώμα, κρατούσε το άψυχο κορμάκι του παιδιού της στα χέρια, και ακουμπώντας την πλάτη στον κορμό του δέντρου, έκλεισε τα μάτια της, άρχισε να μουρμουρίζει έναν σκοπό που έλεγες πως είχε φυλαγμένο στα σωθικά της μονάχα για τούτη την ώρα. Κατόπιν, εντελώς ξαφνικά, έπαψε να μιλάει, κλείστηκε στον δικό της φανταστικό κόσμο, εκείνον που έπλασε μονάχη για τον εαυτό της πετώντας μακριά τον πραγματικό, που μέσα του δεν είχε καταφέρει να βρει αγάπη και κατανόηση.
Ύστερα ένιωσε να τη σέρνουν, να την τραβούν και να της μιλούν, να της φωνάζουν. Τι σημασία είχε; Καμία. Καμία, δίχως συζήτηση, αφού το δικό της σύμπαν φωτιζόταν από το Βγενιώ της, την κόρη της, και το Βγενιώ της είχε σβήσει. Τι το σπουδαίο θα μπορούσε να έχει ένας κόσμος χωρίς φως;
Κι αυτά τα χέρια που την τραβολογούσαν, που την έσερναν και οι χροιές που τη φώναζαν «φόνισσα» σε ποιους ανήκαν; Πόσες άγνωστες φωνές!

Υπήρξε πρόκληση για μένα να πραγματευτώ ένα θέμα στην περιφέρεια του οποίου συχνάζουμε όλοι. Βρήκα την αφορμή στην ηρωίδα Ιουλίτσα, που με την ιστορία της ζωής της μου δόθηκε η ευκαιρία να πω κάτι εξαιρετικά σημαντικό: ότι μια γνώμη που είναι ειλικρινής δεν είναι παράλληλα και ορθή – ομοίως και η άποψη που, κατά την προσωπική μας κρίση, τεκμηριώνεται. Είμαι σίγουρος ότι η φράση ακούγεται προφανής έως και κοινότοπη, αλλά, στις κατ’ ιδίαν συζητήσεις μας, όλοι το λησμονούμε – υπερασπιζόμενοι, κατά βάθος, το ειλικρινές της κατάθεσής μας αλλά και την άποψή μας βασιζόμενοι στα δικά μας επιχειρήματα, τα οποία, όμως, εμβαπτίζονται στις προσωπικές μας εμπειρίες αλλά και στις νουθεσίες που, κατά τη διάρκεια της ζωής μας, έχουμε εισπράξει και δεν υποχρεώνουν επ’ ουδενί τους άλλους. Πράγματι, θα μπορούσε να μην είναι και τόσο τρομερή αυτή η λησμονιά μας αν δεν καθόριζε (η εμμονή στις πίστεις μας), αλγεινά, όχι τόσο τον χαρακτήρα μας (αφού αυτό συμβαίνει κατά κόρον), αλλά κυρίως τον τρόπο σκέψης μας.

Αυτό το τελευταίο, ο τρόπος σκέψης μας, καταφέρνει να δείξει μία ακόμα πτυχή του εαυτού μας, καθώς, μέσω του ήδη διαμορφωμένου χαρακτήρα μας, αποδεικνύει κατά πόσο παραμένουμε «σπίτια με πόρτες και παράθυρα κλειστά» –όπως χαρακτηρίζεται σε κάποιο σημείο του βιβλίου ένας αφοσιωμένος στο αφεντικό επιστάτης– ή (παραμένουμε) δεκτικοί σε νέες προκλήσεις, σε νέες αλήθειες, που βρίσκονταν πλάι μας όλο αυτό τον καιρό, κρυμμένες, έτοιμες να μας δώσουν τη χαρά της νέας ανακάλυψης, την ευτυχία μιας νέας πορείας σ’ έναν νέο χώρο, όπου η βεβαιότητα, στον βαθμό που υπάρχει, θα κρίνεται εφεξής από τη σχέση του εαυτού μας με το γεγονός και όχι του εαυτού μας με το νόημα.

Πέρα, λοιπόν, από τη λαμπρή… σιγουριά που μας συντροφεύει χρόνια ολόκληρα, υπάρχει κι ένα άλλο τοπίο, εκείνο όπου μέσα του ανθίζουν όλες οι επόμενες ιδέες και το κάνουν περισσότερο ισχυρά οι πιο ανατρεπτικές ιδίως, εκείνες που δε φωνάζουν επειδή έχουν επιχείρημα (όπως χαρακτηριστικά είπε ο πολιτικός κρατούμενος στις φυλακές του Γεντί Κουλέ στον Σωτηράκη)· και είναι πλέον στο χέρι μας αν θα καταφέρουμε να αφήσουμε τις αγκυλώσεις των παραδόσεων στο απάνεμο λιμάνι της βολής, ώστε να πλεύσουμε σε νέες θάλασσες· κι αν είναι αχαρτογράφητες, τόσο το καλύτερο, αφού διψάμε για νέες ιδέες· κι αν είναι επικίνδυνες, ακόμα ομορφότερα, αφού χέρια να παλέψουμε έχουμε· κι αν τις βρούμε διαυγείς (πράγμα πολύ δυσκολότερο, αφού, γαλουχημένοι με τα «είθισται», μένουμε σκυφτοί, ταγμένοι σε πρακτικές παλιάς κοπής), νου έχουμε πλέον δεκτικό και ανάσα πλατιά να χωρέσει την πνοή της νέας αυτής σελίδας, που ευωδιάζει λευτεριά με τρόπο γνήσιο, μοναδικό.

Ως φινάλε στο βιβλίο επιφυλάσσεται η μόνη πραγματική υπόθεση που θα μπορούσε να υπάρξει. Η μόνη απλή, που, ως τέτοια, παρέμενε κρυφή έως το τέλος της ιστορίας.

Το έργο, πέρα από μια ιστορία με υπόθεση, προσπαθεί να καταδείξει όλα εκείνα τα γνωστά που, όμως, περνούν απαρατήρητα από μπροστά μας, και ο λόγος είναι ένας: να μπορέσουμε, επιτέλους, να δούμε με συμπάθεια τη γνώμη των άλλων, να δικαιολογήσουμε την άποψή τους και να αθωώσουμε κάνοντας την υπέρβαση τους πάντες, αν είναι δυνατόν, καθώς αυτός είναι ο μόνος, ίσως, τρόπος να καταφέρουμε να αθωώσουμε αυτόματα και τον δικό μας εαυτό (για τις αποφάσεις και τις πράξεις μας).

«… Καθένας μιλούσε από τη δική του πλευρά, ιστορούσε τη δική του αλήθεια. Κάθε άνθρωπος κρύβει και από μία, σαν θέλετε να μάθετε, και άντε τώρα να ταιριάξουν οι αλήθειες των ανθρώπων που είναι μεγαλωμένοι αλλιώς, που ’χουν περάσει αλλιώτικα στη ζωή τους, που έχουν μάθει να προσκυνάν άλλες αξίες. Ο ένας το χρήμα και ο άλλος, ας πούμε, τη λευτεριά. Ο ένας το συμφέρον, την καλοπέραση, και ο άλλος το δίκαιο».

Δες το μυθιστόρημα «Το προξενιό της Ιουλίας» (εδώ)

Το προξενιό της Ιουλίας με τον μεγαλοκτηματία Γιωργίκη έμελλε να γίνει το σπουδαίο νέο ολάκερου του κάμπου της Λάρισας. Έπειτα από μερικά χρόνια, ο επίλογος του γάμου της σφραγίζεται με τη δολοφονία του συζύγου και της τρίχρονης κόρης της. Η ίδια, έχοντας καταδικαστεί σε θάνατο, παραμένει αμίλητη, αποδεχόμενη τη μοίρα της. Έξι ημέρες πριν από την εκτέλεσή της, όμως, η αλήθεια δεν έχει φανερώσει την τελική της όψη…

The Author

Γιώργος Πολίτης

Ο Γιώργος Σ. Πολίτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1960. Σπούδασε αρχιτεκτονική εσωτερικών χώρων και ζωγραφική, και αργότερα παρακολούθησε επί δύο χρόνια σειρά σεμιναρίων φιλοσοφίας, ψυχολογίας και πολιτικής οικονομίας στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τα τελευταία χρόνια ασχολείται αποκλειστικά με τη συγγραφή μυθιστορηματικών και θεατρικών έργων, ενώ συγχρόνως αρθρογραφεί στον περιοδικό Τύπο και στο Διαδίκτυο. Παράλληλα διδάσκει δημιουργική γραφή (μυθιστορηματική και θεατρική) στο εργαστήρι θεατρικών σπουδών της AnasaArt. Μυθιστορήματα του ιδίου: Ήφαες, Αδελαή; (2011), 24 στιγμές ακραίου πάθους (2017), Το γράμμα που δεν διαβάστηκε ποτέ (2018). Θεατρικά έργα που ανέβηκαν σε θεατρικές σκηνές των Αθηνών: Κορίτσι Διαμάντι, Το Λαχείο.