Η αγωνία των ιδιοκτητών ακινήτων εκτός σχεδίου διογκώνεται, καθώς το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας ανακοίνωσε πρόσφατα νέα μετατόπιση της «τελικής λύσης» για την αναγνώριση κοινόχρηστων οδών, που είναι και η βασική προϋπόθεση για την έκδοση οικοδομικών αδειών σε παρόδια οικόπεδα και μη οριοθετημένους οικισμούς, με ορίζοντα την άνοιξη του 2027.
Η ρύθμιση θα καθοριστεί με Προεδρικό Διάταγμα εντός του πρώτου τριμήνου του 2027, μετά την ολοκλήρωση 23 πολυεθνικών μελετών, χρηματοδοτούμενων με 196 εκατομμύρια ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και με προθεσμία την 30ή Ιουνίου 2026, καθώς και την απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας για τα κριτήρια. Η διαδικασία απλοποιείται σε πέντε βήματα: μελέτη, έγκριση, κύρωση δρόμων, τακτοποίηση και έκδοση οικοδομικής άδειας, ενώ ειδική εστίαση δίνεται στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου, όπου η συνεχιζόμενη καθυστέρηση πλήττει χιλιάδες τίτλους ιδιοκτησίας.
Μέσα σε αυτό το κλίμα θεσμικής εκκρεμότητας, η περίπτωση της Αττικής, και ειδικά της Ανατολικής Αττικής, αναδεικνύεται σε χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς η πραγματικότητα της αγοράς προηγείται του πολεοδομικού σχεδιασμού. Εκτός σχεδίου οικισμοί με μόνιμους κατοίκους, βασικές υποδομές και πλήρη φορολογική κανονικότητα λειτουργούν εδώ και χρόνια ως «κανονικές» περιοχές, χωρίς όμως να έχουν αναγνωριστεί πολεοδομικά ως τέτοιες. Πρόκειται για περιοχές με δρόμους, ηλεκτροδότηση, υδροδότηση, δημοτικά τέλη και ΕΝΦΙΑ, οι οποίες εξακολουθούν να παραμένουν τυπικά εκτός σχεδίου, παρότι στην πράξη εντάσσονται στον καθημερινό αστικό ιστό.
Οι ιδιοκτησίες υπάρχουν, κατοικούνται και μεταβιβάζονται, αλλά η δυνατότητα αξιοποίησής τους, είτε μέσω δόμησης είτε μέσω οργανωμένων επενδύσεων, παραμένει περιορισμένη. Οι επενδυτές αναγνωρίζουν τη δυναμική των περιοχών, ωστόσο βρίσκονται αντιμέτωποι με ένα θολό θεσμικό πλαίσιο, που μεταφράζεται σε αυξημένο ρίσκο, δυσκολίες χρηματοδότησης και αποθαρρυντικές τραπεζικές αξιολογήσεις. Έτσι δημιουργείται μια σταθερή «γκρίζα ζώνη» στην αγορά ακινήτων με πραγματική ζήτηση χωρίς αντίστοιχη θεσμική σταθερότητα.
Οι επιπτώσεις στην αγορά real estate
«Οι επιπτώσεις στην αγορά real estate είναι ουσιαστικές και πολυεπίπεδες: περιορισμένη αξιοποίηση γης, μειωμένη εμπορική αξία ακινήτων σε σχέση με το πραγματικό τους δυναμικό, αυξημένο επενδυτικό ρίσκο και δυσκολία πρόσβασης σε χρηματοδότηση, καθυστέρηση σε οργανωμένες αναπτύξεις κατοικίας, τουρισμού και μεικτών χρήσεων και άνιση πρόσβαση σε επενδυτικές ευκαιρίες μεταξύ εντός και εκτός σχεδίου περιοχών», σημειώνει ο Αντώνης Ιντζές της Lumina Real Estate & Investments στην «P».
Παράλληλα, οι οικισμοί αυτοί στερούνται βασικές οργανωμένες υποδομές που θα μπορούσαν, υπό κανονικές συνθήκες σχεδιασμού, να είχαν προβλεφθεί κεντρικά, όμως στην πράξη πρόκειται για οικισμούς που λειτουργούν ως οικισμοί χωρίς όμως να έχουν θεσμικά αναγνωριστεί ως τέτοιοι.
«Έχουμε περιοχές που φορολογούνται ως ώριμες αστικές ζώνες, αλλά αντιμετωπίζονται πολεοδομικά σαν “γκρίζες περιοχές” στον χάρτη», επισημαίνει ο κ. Ιντζές και έτσι διαιωνίζεται μια κατάσταση που «ροκανίζει» σιωπηλά και την αξία της ιδιοκτησίας και την αξιοπιστία της αγοράς.
Η Ανατολική Αττική αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική περίπτωση, με εγγύτητα στο αεροδρόμιο, στα λιμάνια Ραφήνας και Λαυρίου, με εκτεταμένο παραλιακό μέτωπο και σημαντικά αποθέματα γης, με σαφή αναπτυξιακή δυναμική για μόνιμη κατοικία, τουρισμό και σύνθετες αναπτύξεις. Ωστόσο, η εκτός σχεδίου κατάσταση λειτουργεί ως φίλτρο που σπάει αυτή τη δυναμική σε μικρότερες, αποσπασματικές κινήσεις, αντί να επιτρέπει έναν συνεκτικό και προβλέψιμο σχεδιασμό. Ενδεικτικές περιοχές με εκτεταμένες εκτός σχεδίου οικιστικές ζώνες περιλαμβάνουν το Δασκαλειό Κερατέας, τα Δικαστικά Μαραθώνα, τον Σχινιά, το Κάτω Σούλι, την Αγία Μαρίνα Κορωπίου, τη Διώνη, το Ντράφι, την Καλλιτεχνούπολη, τον Νέο Βουτζά, εκτός σχεδίου ζώνες στην Αρτέμιδα και στο Πόρτο Ράφτη, καθώς και περιοχές όπως Θυμάρι, Λεγραινά, Χαλκούτσι, Συκάμινο, Μήλεσι, αλλά και τμήματα Σαρωνίδας, Αναβύσσου, Λαγονησίου και Παλαιάς Φώκαιας.
Σήμερα, η κατάσταση δεν ευνοεί ούτε τον πολίτη ούτε τον επενδυτή καθώς δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η ανάπτυξη προχωρά αποσπασματικά, «στο περίπου», αντί να σχεδιάζεται με όρους δικαιοσύνης, προβλεψιμότητας και βιώσιμης ανάπτυξης.
Περιοχές που φορολογούνται ως ώριμες αστικές ζώνες αντιμετωπίζονται πολεοδομικά σαν «γκρίζες περιοχές» στον χάρτη – Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η περίπτωση της Ανατολικής Αττικής
Εφημερίδα Political




















































