Nomadland (2020): «I’m not homeless. I’m just house-less»

Η συνεργασία της νεαρής σκηνοθέτη Κλόι Ζάο με την έμπειρη ηθοποιό Φράνσις ΜακΝτόρμαντ είχε ως αποτέλεσμα την ταινία Nomadland, η οποία έχει τραβήξει όλα τα βλέμματα πάνω της, έχοντας πολλαπλές διακρίσεις στα κινηματογραφικά φεστιβάλ μέχρι στιγμής και θέτοντας την ίδια αλλά και τους συντελεστές της ήδη φαβορί για τα φετινά βραβεία Όσκαρ, εφόσον πραγματοποιηθούν κορωνοϊού επιτρέποντος.

Το σενάριο που επιμελείται η ίδια η σκηνοθέτης, βασίζεται στο βιβλίο της δημοσιογράφου και συγγραφέα Τζέσικα Μπρούντερ «Nomadland: Surviving America in the 21st century» το οποίο παρουσιάζει ένα κομμάτι του αμερικάνικου πληθυσμού αποτελούμενο κυρίως από μεσήλικες, οι οποίοι ζουν σε τροχόσπιτα και βαν, διασχίζοντας την χώρα, αναλαμβάνοντας ευκαιριακές δουλειές και σχηματίζοντας κατά τόπους μικρές κοινότητες.

Στο φιλμ μεταφερόμαστε πίσω στο 2011 και ακολουθούμε την Φερν, μια μεσήλικη γυναίκα που έχει χάσει σύζυγο, σπίτι και δουλειά όταν το εργοστάσιο στην μικρή κωμόπολη που ζούσε, το Εμπάιρ της Νεβάδα, έκλεισε με αποτέλεσμα την «νέκρωση» όλη της πόλης και τον διωγμό των κατοίκων της από τις εργατικές κατοικίες. Η Φερν αρνούμενη αρχικά να δεχτεί την νέα πραγματικότητα της, σε συνδυασμό με την απώλεια του συζύγους, εγκατέλειψε τελευταία το Εμπάιρ, αφού μετέφερε πρώτα τα λιγοστά πράγματα της σε μια αποθήκη, φορτώνοντας τα υπόλοιπα σε ένα βαν το οποίο μετέτρεψε σε όχημα – σπίτι, συντηρούμενη από την εποχιακή εργασία σε μια τεράστια αποθήκη της Amazon.

Δείτε ακόμα:  Νέοι τίτλοι των Εκδόσεων Πατάκη

Η καθημερινότητα της θα σπάσει όταν παρακολουθήσει ένα βίντεο στο Youtube ενός φερόμενου ως αρχηγού μιας κοινότητας εγκατεστημένης στην έρημο της Αριζόνα που ζει και δέχεται τους ταξιδιώτες του δρόμου με τα τροχόσπιτα και τα βαν τους. Εκείνο είναι και το σημείο που θα αποφασίσει και η ίδια να γίνει νομάς και να διασχίσει τις δυτικές και μεσοδυτικές πολιτείες της Αμερικής, γνωρίζοντας νέα μέρη και ανθρώπους.

Μέσα από τα εξαιρετικά πλάνα και την μαγευτική φωτογραφία του διευθυντή φωτογραφίας Τζόσουα Τζέιμς Ρίτσαρντς ερχόμαστε αντιμέτωποι με το απέραντο αμερικανικό τοπίο (θυμίζει έντονα την ταινία Badlands) που θαρρείς ότι περιλαμβάνει όλα τα στοιχεία της φύσης από δέντρα, βραχώδεις εκτάσεις, έρημους, ποτάμια, λίμνες, μέχρι δεινοσαύρους (έστω και αν είναι φουσκωτοί), μεταφέροντας στον θεατή το δέος και τις εικόνες που έχουν μπροστά στα μάτια τους οι πρωταγωνιστές.

Η ιστορία εξελίσσεται με αργό αλλά σταθερό ρυθμό, δίνοντας τον χώρο και τον χρόνο στον θεατή να σκεφτεί και να επεξεργαστεί τις εικόνες, τα λόγια των ανθρώπων που διηγούνται το παρελθόν τους και όλα όσα πλανούνται στον αέρα, αλλά και στα βλέμματα των ανθρώπων στην οθόνη. Αυτοί οι άνθρωποι που επέλεξαν ή οδηγήθηκαν σε αυτό τον τρόπο ζωής δεν έχουν το βασικό σταθερό σημείο αναφοράς που είναι δεδομένο για τον καθένα μας και ορίζεται ως σπίτι, όμως αποδεικνύουν ότι σπίτι δεν είναι τα τούβλα και οι τοίχοι, αλλά οι άνθρωποι που σε περιβάλλουν και δεν ορίζεσαι σαν άτομο από αυτό. Και όπως ειπώθηκε και σε μια κουβέντα τους περί ύπαρξης, ζωής και θανάτου στην μέση της ερήμου, κάτω μόνο από τον ουρανό, «υπάρχεις όσο σε θυμούνται».

Δείτε ακόμα:  Νέες κυκλοφορίες στις 11/3 από τις Εκδόσεις Ψυχογιός

Επιπλέον, παρά το γεγονός ότι η Φερν (Φράνσις ΜακΝτόρμαντ) είναι το κυρίαρχο πρόσωπο και σημείο αναφοράς στο έργο, εξίσου σημαντικοί είναι και οι άνθρωποι που συναντά στην πορεία της, οι οποίοι κουβαλάν τις δικές τους ιστορίες και συνδέονται μαζί της, ο καθένας με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Βλέπουμε την πρωταγωνίστρια να μάχεται και να αμφιταλαντεύεται μεταξύ της δέσμευσης και της απόλυτης ελευθερίας, τονίζοντας ωστόσο την διαφορά μεταξύ των εννοιών μόνος και μοναχικός που καμμιά φορά μπερδεύεται στην αντίληψη του κόσμου.

Δείτε ακόμα:  Νέοι τίτλοι των Εκδόσεων Πατάκη

Εν κατακλείδι, η Κλόι Ζάο καταφέρνει, σε συνδυασμό με το υποκριτικό ταλέντο της Φράνσις ΜακΝτόρμαντ, να αποδώσει ένα άλλο πρόσωπο της Αμερικής, μακριά από τα φώτα και το λαμπερό αμερικάνικο όνειρο που κυριαρχεί σαν εικόνα στο μυαλό αρκετών, αποδομώντας πλήρως τους χαρακτήρες αλλά και τα κοινωνικά πλαίσια και παρουσιάζοντας μια χώρα μετά την οικονομική κρίση που βίωσε το 2008 και που άφησε ένα μεγάλο κομμάτι των πολιτών της χωρίς σπίτι και τους μεσήλικες συγκεκριμένα χωρίς δουλειά, με το ποσό του επιδόματος της σύνταξης να μην είναι επαρκές. Οι νομάδες, λοιπόν, είναι ένα κομμάτι του πληθυσμού, υπάρχουν εκεί έξω, είναι καθημερινοί άνθρωποι όπως εγώ και εσείς και μπορείτε να τους συναντήσετε σε κάποιο δρόμο ή σε κάποιο κομμάτι γης όπου έχουν εγκατασταθεί προσωρινά. Χαιρετίστε τους και κάντε μια στάση να τους μιλήσετε, σίγουρα θα έχουν πολλά να μοιραστούν.

Αντί επιλόγου, θα προτιμήσω την έκφραση «See you down the road». Όσοι παρακολουθήσουν την ταινία θα καταλάβουν.

Χρήστος Ιωάννου