Στέλιος Πρασσάς: “Ήμουν 13 ετών όταν είδα Έλληνες κρεμασμένους από τους Γερμανούς στο Πικέρμι”

Ο 90χρονος μαραθωνοδρόμος, Στέλιος Πρασσάς διηγήθηκε στο SPORT24 στιγμές της ζωής του συνυφασμένες με τη νεότερη Ιστορία της Ελλάδας, με λόγια που ενσταλάζουν λατρεία για ζωή και την κάθε μέρα που ξημερώνει.

Ο αξιοθαύμαστος Στέλιος Πρασσάς, ο 90χρονος αεικίνητος μαραθωνοδρόμος -που τερμάτισε στη δύσκολη διαδρομή του Μαραθωνίου της Αθήνας προκαλώντας κύματα ενθουσιασμού και συγκίνησης- σέρβιρε στο SPORT24 ένα ανεκτίμητο κοκτέιλ. Στιγμές από τη ζωή του συμπυκνωμένες με σημεία αναφοράς της ελληνικής και παγκόσμιας Ιστορίας.

Οι αγώνες του, οι μοναδικές αθλητικές εμπειρίες που έζησε από τη μία άκρη της Γης έως την άλλη, ο απαγχονισμός των 54 Ελλήνων από τους ναζί που είδε με τα μάτια του στο Πικέρμι, οι αερομαχίες των κατοχικών δυνάμεων με τους Άγγλους, ο πρόσφυγας Ευάγγελος Παπαδόπουλος -δημιουργός της αυτοκρατορίας των μπισκότων ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ- που πετούσε καραμέλες στις γειτονιές για διαφήμιση, η παλιά Αθήνα που μεγάλωνε με παιδιά από τα χωριά, το Κολωνάκι των πλουσίων, ο έρωτας με τη Ζωή και τη ζωή, το ποδόσφαιρο μιας άλλης εποχής και το μαγικό ελιξίριο των νεανικών κυττάρων του έγιναν ένα. Αυτό συμβαίνει με τις ζωντανές, ολοζώντανες ιστορίες που έχουμε την τύχη να κυκλοφορούν δίπλα μας, να ανασαίνουν κοντά μας και να μας ποτίζουν με το απόσταγμα της σοφίας τους.

“Οι γονείς μου ήταν από το Καρνάσι της Μεσσηνίας. Από εκεί ήρθαν στην Αθήνα. Γεννήθηκαν το 1885 και έζησαν μέχρι τα 90 τους. Πολύ γεροί άνθρωποι. Εγώ είμαι ίδιος ο πατέρας μου. Είχε ένα καροτσάκι κι έκανε μεταφορές από το ένα μαγαζί στο άλλο και του έδιναν, ας πούμε, ένα χαρτζιλίκι. Δεν ήταν τεχνίτης. Πήγαινε κάθε μέρα από τον Άγιο Αρτέμιο στο Μοναστηράκι με τα πόδια. Δεν μπήκε ποτέ στο λεωφορείο.

Εγώ γεννήθηκα δίπλα στο Α’ Νεκροταφείο -στις 5 Νοεμβρίου του 1931- και ο Μαραθώνιος πέφτει πάντα κοντά στα γενέθλιά μου. Ο Μαραθώνιος της Αθήνας, εννοώ. Έχω τρέξει μαραθωνίους σε 20 χώρες σε όλο τον κόσμο και έχω ταξιδέψει σε 25. Πάρε στον ΣΕΓΑΣ τηλέφωνο να σου πουν ότι από τότε που ο Πρασσάς ήταν 60 ετών μέχρι να γίνει 70, δεν πέρασε τις 3,5 ώρες στον Μαραθώνιο. Πού να δεις στη Μαδρίτη τι έκανα, να τρελαθείς! Έτρεξα σε 3 ώρες και 10 λεπτά, όταν ήμουν 61 ετών.

Έχω αγωνιστεί στο Μπάφαλο και έχω τερματίσει στους Καταρράκτες του Νιαγάρα. Στην Αυστραλία, επίσης. Τότε, έτρεξα στο Μπρισμπέιν. Μέχρι και τις Σεϋχέλλες έχω φτάσει. Έχω αγωνιστεί στην Ταϊλάνδη, στο Τορόντο, στην Ουγγαρία, στη Σμύρνη, στη Σλοβενία, στη Σερβία, σε όλα τα Βαλκάνια έχω πάει. Στα Βαλκάνια δεν με κερδίζει κανείς, στις μεγάλες αποστάσεις. Στις ηλικιακές κατηγορίες εννοώ, δεν περνάω τους 20άρηδες. Μην μπερδευτείς. Αστείο πράγμα να πω ότι θα περάσω 20 χρονών παιδιά. Κοίτα εδώ στο Μόναχο. Δες στιλ”, είπε και έδειξε μια από τις φωτογραφίες του στην αίθουσα τροπαίων που έχει δημιουργήσει στο σπίτι του, στον Μαραθώνα. “Δες διασκελισμό. Δεν γίνεται να χάσεις με τέτοιο διασκελισμό! Εδώ, έχω περισσότερα από 90 μετάλλια και στο Μουσείο του Μαραθώνα έχω πάει τα ευρωπαϊκά. Τα έχουν σε βιτρίνα με τα κύπελλά μου και την εμφάνισή μου. Αγωνίζομαι με τον Τελμησσό, τώρα. Όμως, άρχισα να τρέχω όταν ήμουν 60 ετών με τους Βετεράνους Αθλητές του Στίβου”.

Έχω παίξει σε όλα τα γήπεδα και έχω αντιμετωπίσει όλες τις ομάδες, εκτός από τον Παναθηναϊκό

Στην “Αίθουσα Τροπαίων Στυλιανού Πρασσά” εκτός από τα αμέτρητα μετάλλια, υπάρχουν κύπελλα, τιμητικές διακρίσεις, διπλώματα και φωτογραφίες του, τόσο ως δρομέας, αλλά και ως ποδοσφαιριστής.

“Άρχισα το ποδόσφαιρο στη Νίκη Πλάκας και πήρα και πρωτάθλημα στην Γ’ Εθνική. Δεν θυμάμαι ποια χρονιά άρχισα να παίζω ποδόσφαιρο. Πριν πάω στο στρατό. Και στη γειτονιά παίζαμε με ανεξάρτητα σωματεία. Ομάδες της γειτονιάς. Εκεί μάθαινες -τότε- την μπάλα και μετά σε ζητούσαν οι σύλλογοι. Έτσι, με πήραν στη Νίκη. Ήμουν σέντερ φορ. Γκολτζής πολύ! Όλοι φοβόντουσαν. Κάποιοι αμυνόμενοι ήταν αστυνομικοί. Ήταν ψηλοί και φώναζαν “Προσέχετε τον κοντό”.

Έπαιξα και στη Β’ Εθνική με τον Αρίωνα. Έχω παίξει σε όλα τα γήπεδα και έχω αντιμετωπίσει όλες τις ομάδες, εκτός από τον Παναθηναϊκό. Με τον Παναθηναϊκό παίξαμε μόνο σ’ έναν αγώνα 7Χ7. Σε όλα τα γήπεδα έχω παίξει. Εγώ είμαι Απολλωνιστής, στα αισθήματα. Με την Ελαφρά Ταξιαρχία. Ήταν καλή ομάδα. Απολλωνάρα! Έπαιζα και στα χωράφια έξω από το γήπεδο. Όταν σταμάτησα το ποδόσφαιρο, μπήκε το χορτάρι στα γήπεδα.

Τότε, που ήμουν στον Αρίωνα ένας εργολάβος μού είπε ”έλα να γίνεις ελαιοχρωματιστής”. Αυτός μου έμαθε την τέχνη. Τότε, είχε πολλή δουλειά στην Αθήνα και σταμάτησα το ποδόσφαιρο. Εκείνο τον καιρό, όταν ήμουν 20-30 ετών, οι πολύ πλούσιοι έφτιαχναν ωραία πράγματα στο Κολωνάκι και εμείς κάναμε τέχνη, δεν βάφαμε. Όχι, όπως τώρα με το ρολό που κάνουν πάνω – κάτω. Είχαμε πινέλα. Μου άρεσε να φτιάχνω κολώνες και να τις ζωγραφίζω. Να τους ρίχνω χρυσά. Μετά, άνοιξα το μαγαζί. Είχα πολύ προσωπικό, 15 άτομα. Είχαν έρθει όλα τα παιδιά από την επαρχία, τότε που άφηναν τα χωριά και μεγάλωνε η Αθήνα. Και έπειτα αυτά τα παιδάκια έκαναν γνωριμίες και μπήκαν σε δουλειές μόνιμες, αεροπορία και αλλού.

Δείτε ακόμα:  Στην Υφυπουργό Εργασίας & Κοινωνικών Υποθέσεων, κ. Μαρία Συρεγγέλα, η Δ.Ε.Ε.Π Αν. Αττικής

Τα χάρηκα πολύ κι εγώ προόδευσα. Έχω μαγαζάρα, στον Βύρωνα. Αν έχεις το εργαλείο σου (σ.σ. κινητό) μαζί, μπορείς να το βρεις το μαγαζί μου. Δούλευε και η γυναίκα μου, που είναι πολύ έξυπνη γυναίκα. Τετραπέρατη. Είναι θεός. Η Ζωΐτσα μου. Είναι 77 ετών και είναι στο μαγαζί”, είπε και χάιδεψε μια συστάδα από τα αμέτρητα κρεμασμένα -στους τέσσερις τοίχους- μετάλλιά του. Ήχησαν σαν μελωδός, όταν τον αγγίζει ο άνεμος.

“Το μαγαζί το έκλεινα στις 3 το μεσημέρι, πάντα. Έπαιρνα το γιο μου τον Θανασάκη και πηγαίναμε στον Άγιο Κοσμά, για να παίξουμε ποδόσφαιρο. Δεν σταμάτησα να αθλούμαι. Πήγαινα στον Άγιο Κοσμά και έπαιζα μπάλα με τους νέους. Ένας γείτονας, ο Ηλίας Μαφούνης που είναι δρομέας, μού είπε “πας και παίζεις μπάλα στα 60; Να σου δώσουν καμιά κλοτσιά… Πήγαινε να τρέξεις πέντε χιλιομετράκια και να μου πεις τι χρόνο έκανες”. Πήγα και όταν του είπα το χρόνο απάντησε “είσαι πρωταθλητής Ελλάδας”. Και πράγματι έγινα πρωταθλητής στην κατηγορία μου, 60 χρονών και πάνω. Τώρα πια, θα είμαι στην κατηγορία +90. Όσοι αθλητές έρχονται εδώ, τρομάζουν όταν βλέπουν τους χρόνους και την ηλικία μου”.

Τα εγγονάκια μου είναι απαραίτητα στον τερματισμό. Όσο τρέχω τα σκέφτομαι που με περιμένουν να τερματίσουμε, γι’ αυτό δεν καταλαβαίνω τίποτα

Σε μια άλλη φωτογραφία, στην απίθανη αίθουσα τροπαίων του, φαίνεται να τερματίζει με τα εγγόνια του, όπως φέτος. “Ο Στέλιος και ο Γιώργος. Μαζί τους τερματίζω πάντα. Όλα τα χρόνια τα παίρνω και τερματίζω μαζί τους. Περιμένουν εκεί. Το Στάδιο εμένα δεν μου το απαγορεύει, επειδή με ξέρει καλά. Τα εγγονάκια μου είναι απαραίτητα στον τερματισμό. Σαλτάρουν από τη μάντρα κι έρχονται να τερματίσουμε χέρι – χέρι. Αυτά σκέφτομαι όσο τρέχω. Σκέφτομαι που με περιμένουν να τερματίσουμε, γι’ αυτό δεν καταλαβαίνω τίποτα. Δεν κουράζομαι. Να, τώρα για πρώτη φορά με πόνεσε λίγο -εδώ- η μέση μου. Και κοίτα να δεις, τώρα που μιλάμε, δεν με πονάει καθόλου. Βρήκε να με πονέσει πάνω στον αγώνα να μην κάνω καλύτερο χρόνο, αλλά τη γλίτωσα και τερμάτισα”. Γέλασε.

“Το χαμόγελο, δεν μου λείπει εμένα”, είπε και βγήκε τρέχοντας (!) έξω από το σπίτι, για τη φωτογράφιση. Ένας 90χρονος σίφουνας που προτιμά το τρέξιμο από το περπάτημα. Βρίσκεται σε διαρκή κίνηση. Στα μισά της συνέντευξης, σηκώθηκε από την καρέκλα του και συνέχισε να μιλάει όρθιος. “Δες εκεί. Έχω και μπασκέτα. Πιο πέρα, παίζουμε ποδόσφαιρο με τα εγγόνια μου. Ο Στελάκης είναι μεγάλος ποδοσφαιριστής. Παίζει ποδόσφαιρο, όπως έπαιζα εγώ. Αλλά, είναι αμυντικό χαφ. Τον δοκίμασε και η ΑΕΚ, στο Κορωπί. Είναι 14άρων ετών. Έχει πάρει το δικό μου γονίδιο και θα γίνει και καλύτερος. Τις προάλλες χτύπησε την μπάλα 266 φορές, δίχως να του πέσει κάτω. Έτσι: τακ, τακ, τακ. Κι εγώ ήμουν δίπλα και μετρούσα πόσα χτυπήματα θα κάνει χωρίς να ακουμπήσει η μπάλα στη γη. Νομίζω, θα τιμήσει την Ελλάδα μας. Και είναι και πρώτος μαθητής. Όλο 20 παίρνει. Τώρα, μαθαίνω ότι τα παιδιά έχουν προπόνηση στις 10 το βράδυ. Εμείς δεν το κάναμε ποτέ αυτό, βέβαια δεν είχαμε και φως, τέτοια ώρα. Το 1950 ήρθε το ρεύμα στη Γούβα, στον Άγιο Αρτέμιο. Με κεριά ήμασταν και τα ψυγεία μας ήταν με πάγο. Περνούσε ο παγοπώλης”.

Συνεχίσαμε για την Αθήνα και είδαμε τους άντρες κρεμασμένους στα δέντρα. Έλληνες ήταν! Κρεμασμένοι από τους Γερμανούς. Ως αντίποινα

Ο κύριος Στέλιος, συχνά διέκοπτε για να δώσει και από μία συμβουλή. “Παιδί μου, πρόσεξε πολύ. Γιατί να έχεις άγχος; Τι κάνουμε στη ζωή νομίζεις; Θα πάρουμε τίποτε μαζί μας; Πες μου! Εμένα δεν με τρομάζει τίποτε και τη φτώχεια έχω περάσει και όλα τα έχω περάσει. Και την ξυπολυσιά έχω περάσει και τον πόλεμο με τους Γερμανούς. Αν μάθεις τι πλάκες έκανα στους Γερμανούς, θα τρελαθείς. Ο πατέρας μου -στην κατοχή- δούλευε ως εργάτης, στο αεροδρόμιο της Ελευσίνας. Το είχαν καταλάβει οι Γερμανοί.

Ήταν 5-6 Γερμανοί που ήταν καλά παιδιά. Αυτοί μου έδιναν τροφή, για να τρώμε στο σπίτι μας. Είχαν καλή κορμοστασιά -όπως καταλαβαίνεις, ως αεροπόροι- και παίζανε και μπάλα, για να περνάει η ώρα τους. Τότε, ήμουν 10 -11 ετών και τους έκανα ντρίμπλες και τι πάθαιναν! Μετά ο ένας κορόιδευε τον άλλο. Έπαιξε και ο Πανελευσινιακός μαζί τους. Με πήραν οι Γερμανοί με ένα φορτηγό. Πήγαμε στο γήπεδο του Πανελευσινιακού και μου έδωσαν ένα φαρμακείο. Με έβαλαν να γυρίζω γύρω – γύρω στο γήπεδο, μήπως χρειαστεί κανείς ιατρική βοήθεια. Μετά, το 1943, ήρθαμε ξανά στο σπίτι μας στην Αθήνα.

Δείτε ακόμα:  Σοκ! Πακιστανοί επιτέθηκαν και αποπειράθηκαν να βιάσουν δύο ανήλικα παιδιά έξω από σχολείο!

Άκου και μια άλλη ιστορία, να τη μάθεις και να τη θυμάσαι. Έχεις πάει ποτέ στο Πικέρμι; Στο βουνό; Έχεις δει το τρεχούμενο νερό που βγαίνει στο βουνό; Ο πατέρας μου είχε μάθει να φτιάχνει κάρβουνα. Πηγαίναμε εκεί και έφτιαχνε ένα βουνό από κάρβουνα. Τα έκαιγε και τα έσβηνε με το νερό γρήγορα. Αν δεν έχεις νερό να τα σβήσεις αμέσως, τα κάρβουνα καίγονται. Γι’ αυτό πηγαίναμε εκεί που είχε το νερό και τα φτιάχναμε. Μια ημέρα που είχαμε φορτώσει το καρότσι με τα κάρβουνα, για να τα πουλήσουμε στην Αθήνα -σε μια μάντρα στο Παγκράτι-, πέρασαν δυο αντάρτες. Οπλισμένοι ήταν. Πέρασαν με όπλα τους από μπροστά μας. Εμείς κατεβαίναμε κι εκείνοι πήγαιναν πάνω στο βουνό, για να περάσουν από πίσω. Αυτοί οι αντάρτες είχαν σκοτώσει ένα Γερμανό αξιωματικό. Εμείς ξεκινήσαμε δίχως να ξέρουμε ότι είχε σκοτωθεί Γερμανός από Έλληνες. Έλεγαν οι Γερμανοί τότε “μη με σκοτώσεις, θα σου κρεμάσω 40”.

“Πλάκωσαν” οι Γερμανοί και σε σπίτια Ελλήνων κι άρπαζαν άντρες ανεξέλεγκτα, για να τους κρεμάσουν. Κρέμασαν 40, τότε. Ο πατέρας μου είχε την κάρτα που έμπαινε ως εργάτης στην Ελευσίνα και γλίτωσε, όταν μας σταμάτησαν. Έτσι, έσωσε και άλλους τρεις Έλληνες που πήρε δίπλα του. Όπως συνεχίσαμε για την Αθήνα είδαμε τους άντρες κρεμασμένους στα δέντρα. Έλληνες ήταν! Κρεμασμένοι από τους Γερμανούς. Ως αντίποινα. Ήμουν, τότε, 13 χρόνων. Να δεις κρεμασμένους ανθρώπους σε αυτή την ηλικία… Τι έχουν δει τα μάτια μας στην κατοχή”.

Ο κύριος Στέλιος Πρασσάς περιέγραψε μια από τις πιο ιστορικές στιγμές της Εθνικής Αντίστασης και μια από τις πολλές θηριωδίες των χιτλεροφασιστών. Την περιέγραψε όπως την αντίκρισαν τα παιδικά μάτια του και τη θυμάται έως σήμερα. Σαράντα κρεμασμένους στα δέντρα θυμάται, όμως πρόκειται για τον απαγχονισμό 54 Ελλήνων από τους ναζί, στις 21 Ιουλίου του 1944, στο Πικέρμι. Τους κρέμασαν με χοντρά μαύρα ηλεκτρικά καλώδια στα πεύκα, στο 19ο χλμ. της Λεωφόρου Μαραθώνος. Πράγματι, επρόκειτο για αντίποινα σε επιχείρηση του ΕΛΑΣ. Στις 15 Ιουλίου του 1944, αγωνιστές της Αντίστασης είχαν στήσει ενέδρα έξω από το Πικέρμι. Σκότωσαν τον αξιωματικό φρούραρχο της Ραφήνας και άλλους Γερμανούς που κατευθύνονταν στην Αθήνα, ενώ ένα άλλο τμήμα του ΕΛΑΣ εξόντωσε όλη τη γερμανική φρουρά της Ραφήνας. Στήθηκαν παντού μπλόκα και οι ναζί προχώρησαν σε συλλήψεις ανυποψίαστων πολιτών. Παράλληλα, ο Γερμανός αρχιστράτηγος της Αθήνας διέταξε τον απαγχονισμό 50 κρατουμένων από το Χαϊδάρι και τα κρατητήρια της Αγίας Παρασκευής. Οι Γερμανοί έδωσαν 50 ονόματα Ελλήνων. Η εκταφή έδειξε ότι ήταν 54. Οι τέσσερις ήταν φυματικοί που νοσηλεύονταν στο σανατόριο Νταού Πεντέλης και τους συνέλαβαν, όταν έκαναν αεροθεραπεία.

Βγήκαμε στο Κορωπί. Είχαμε τα καλαθάκια μας, για να κλέψουμε σταφύλια. Όταν φτάσαμε γινόταν αερομαχία πάνω. Γερμανοί και Εγγλέζοι

“Σου δίνω αυτή την εικόνα για να καταλάβεις τι είναι ο πόλεμος. Όταν έχεις ζήσει αυτό, δεν μπορείς να φοβηθείς τον κορονοϊό. Αλλά, προσέχω πάρα πολύ. Έκανα και τα τρία εμβόλια και αυτό της γρίπης. Το κάνω εγώ το εμβόλιο. Το αγαπάω! Το εμβόλιο για τη γρίπη το κάνω όλα τα χρόνια και δεν έχω βήξει. Όμως, δεν συγκρίνεται αυτό που ζούμε τώρα, με τον πόλεμο. Αερομαχίες να δεις! Πιτσιρίκια ήμασταν με τους φίλους μου, 5-6 φίλοι που δεν υπάρχουν τώρα”.

Έκανε μια μικρή παύση: “Έχασα 20 φιλαράκια που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε μαζί στην περιοχή του Νέου Κόσμου και της Γούβας. Δεν υπάρχουν πια”, είπε και συνέχισε την ιστορία με τις αερομαχίες. “Περάσαμε τον Υμηττό και βγήκαμε στο Κορωπί. Είχαμε τα καλαθάκια μας, για να κλέψουμε σταφύλια. Για να ζήσουμε. Έπρεπε να φάμε. Περάσαμε το βουνό -που λες- και όταν φτάσαμε γινόταν αερομαχία πάνω. Γερμανοί και Εγγλέζοι. Κι εμείς πέσαμε κάτω από τα κλήματα, για να προστατευθούμε”. Γέλασε.

“Έτσι νομίζαμε ότι θα προστατευθούμε. Ε, πιτσιρίκια ήμασταν με κοντά παντελονάκια, μωρέ. Δεν είχαμε μακριά. Κοντά, χειμώνα – καλοκαίρι. Ποιος είχε να αγοράσει μακρύ παντελόνι; Με τον πόλεμο πού να βρεις φαγητό; Κάναμε όλοι προσπάθειες, για να ζήσουμε. Με τη σφεντόνα σκότωνα σπουργίτια στο Α’ Νεκροταφείο και τρώγαμε. Πηδούσαμε από τη μάντρα, από το πίσω μέρος. Μέχρι εκεί είχαμε φτάσει, να σκοτώνουμε σπουργίτια στο νεκροταφείο. Όμως εγώ λέω ότι τα έχω ευχαριστηθεί όλα στη ζωή. Όχι, πλούτη και τέτοια. Τις εμπειρίες. Χαίρομαι κάθε μέρα που ξημερώνει. Αυτή είναι η αγάπη μου, η ζωή. Δεν με ενδιαφέρει, για τίποτε. Απλώς να κυκλοφορώ. Να υπάρχω.

Παιδί μου, θέλω να σου πω κάτι. Κάθε μέρα που ξημερώνει να την αγαπάς και να τη χαίρεσαι. Να μη ζητάς τίποτε παραπάνω. Αν μπορείς να κάνεις κάτι, το κάνεις. Να μην πιέζεις καθόλου την ψυχούλα σου. Αυτό είναι το πιο ωραίο πράγμα. Είναι φάρμακο και το λέω σε όλους. Την ημέρα που ξημερώνει τη χαίρομαι, επειδή υπάρχω ακόμη. Και λέω στον εαυτό μου: “Μπράβο Στέλιο!”. Καμιά φορά λέω “πώς θα φύγω μωρέ και θα αφήσω όλο αυτό;”. Είπε και έστρεψε το βλέμμα του στο καταπράσινο βουνό.

Δείτε ακόμα:  Από τη Νέα Μάκρη στην Παταγονία και σε άλλες 45 χώρες (βίντεο)

“Αγαπάω τη ζωή έχω και τη Ζωΐτσα! Τον άρχοντα! Βοήθησε πολύ, γι’ αυτό προοδεύσαμε. Να τις αγαπάμε τις γυναίκες μας. Κλαίω καμιά φορά για τη μεγάλη τύχη μου. Σου είπα πώς τη γνώρισα; Ααααα! Αυτό είναι το κυριότερο. Μια μέρα πήρα τους εργάτες μου, το αυτοκίνητο και την μπάλα. Τους είπα τελειώσαμε τώρα, πάμε να κάνουμε το μπανάκι μας. Αφήστε τη δουλειά, τελειώσαμε. Και πήγαμε στη Γλυφάδα. Όπως παίζαμε ποδόσφαιρο, μπήκε και η γυναίκα μου να παίξει ποδόσφαιρο και οι δύο φίλες της έπαιξαν τερματοφύλακες. Και έτσι έγινε η γνωριμία. Όλα τα καλά στη ζωή μου έγιναν μέσα από τον αθλητισμό. Αγαπηθήκαμε πολύ από το ποδόσφαιρο. Τώρα, στον Μαραθώνιο, ήταν στο Στάδιο. Δεν λείπει ποτέ. Τριάντα χρόνια που αγωνίζομαι η γυναίκα μου είναι μαζί μου.

Ο αθλητισμός είναι φάρμακο, όχι ο πρωταθλητισμός. Ο πρωταθλητισμός είναι για τα νέα παιδιά που θα κάνουν δύο ώρες το Μαραθώνιο. Ο μεγάλος να γυμνάζεται για να έχει υγεία. Όπως κάνω εγώ. Ξέρεις πόσες φορές με έχει βραβεύσει ο ΣΕΓΑΣ; Πολλές φορές. Μια φορά που πήγα εκεί΄, στα γραφεία τους, ξετρελάθηκα από τη χαρά μου. Είμαι ένας άνθρωπος -ούτε επιστήμονας είμαι να πεις, ούτε τίποτε- και όταν μπήκα μέσα σηκώθηκαν οι κοπέλες από τα γραφεία και με χειροκρότησαν, με τίμησαν. Εγώ τρελάθηκα! Γίνεται να μη χαρείς αυτή τη ζωή; Γίνεται να μη χαρείς όταν σε τιμούν στο εξωτερικό ή όταν ήρθαν οι Έλληνες της Αμερικής στο Μπάφαλο.

Μου άρεσε πολύ και στο Ρότερνταμ που έτρεξα. Είχαν ορχήστρες, κάθε 10 χιλιόμετρα, στο δρόμο και έπαιζαν. Δεν συγκρίνεται ο αθλητισμός και οι χαρές που μου έχει δώσει με τίποτε. Να δεις στην Αλβανία. Την ημέρα που τρέξαμε, έβγαιναν κι αυτές που είναι πρώτες στην ομορφιά. Οι Μις. Και είχαν εμάς τους μαραθωνοδρόμους στην πρώτη σειρά και πίσω τη Μις Αλβανία. Καταλαβαίνεις τι πλάκες έχουμε κάνει. Πολλές και σου λέω ότι είναι και απαραίτητες οι πλάκες στη ζωή. Στην Πόλη έχω τρέξει δυο φορές, στη Σμύρνη τρεις. Όμως στη Σμύρνη στεναχωρήθηκα, όταν είδα το νεκροταφείο των Ελλήνων. Συγκινήθηκα πολύ”.

Ο γιατρός λέει θες να σου βάλω μια ταμπέλα απ’ έξω που να λέει “Ο 90χρονος που δεν έχει τίποτε”;

Ο κ. Πρασσάς μαγείρευε. “Φτιάχνω μοσχάρι με ρύζι. Έχω βάλει και κρεμμυδάκι. Απλά φαγητά. Προσοχή στη διατροφή. Πρόσεχα και από νέος τη διατροφή μου. Οι γονείς μου μαγείρευαν κάθε μέρα στο σπίτι, δεν τρώγαμε απ’ έξω. Έτσι έμαθα και εγώ. Δεν τρώω τίποτε απ’ έξω. Μου έφεραν ένα κουτί γλυκά προχθές και αναρωτήθηκα “τρώει ο κόσμος τέτοια πράγματα;”. Δεν καταλάβαινα τι είναι, από τι υλικά βγήκε αυτό το πράγμα. Με τρόμαξε, σου λέω. Γλυκό τρώω, αλλά ξέρω τι είναι. Έλα να δεις τι γλυκά τρώω εγώ. Ό,τι βγάζει ο Παπαδόπουλος. Τα μπισκότα Παπαδοπούλου. Και ήταν και από την Πόλη πρόσφυγας. Όταν ήμουν 5-6 ετών -στη Φιλολάου, στη Γούβα στον Άγιο Αρτέμιο- περνούσε ο Παπαδόπουλος και πέταγε στα παιδιά καραμέλες, στο δρόμο για να διαφημίζει τα προϊόντα που έβγαζε. Δεν είχαμε τηλεόραση, ραδιόφωνο, πώς θα γίνει διαφήμιση; Και τρέχαμε εμείς από πίσω. Μετά έκανε το εργοστάσιο στου Ρέντη.

Όταν ταξιδεύουμε για τους αγώνες, μόλις τελειώσουμε τρέχουν όλοι να πάρουν το σουβλάκι τους, το ένα, το άλλο. “Ο Πρασσάς τι θα φάει;” ρωτάνε και λένε “Θα φάει καμιά σπανακόπιτα”. Αυτό είναι το φαγητό μου. Με έχουν μάθει. Και παίρνω και μαζί μου φαγητό, για να φάω σωστά. Τρώω βραστά όλα τα φαγητά. Μαγειρευτά και δεν γεμίζω ποτέ το πιάτο. Σαλάτα δεν τρώω, μόνο ντομάτα κόβω. Ο γιατρός λέει θες να σου βάλω μια ταμπέλα απ’ έξω που να λέει “Ο 90χρονος που δεν έχει τίποτε”; Κάνω εξετάσεις κάθε έξι μήνες. Είναι απαραίτητες”.

Θυμήθηκε και την κακή συνήθειά του. “Κάπνισα νέος. Έκανα το μάγκα, όταν έπαιζα ποδόσφαιρο. Το έκοψα μετά. Φτιάχναμε μια πολυκατοικία, στη Βάρκιζα. Έπρεπε να φύγω από εκεί που ήταν η πολυκατοικία και να πάω στο περίπτερο για τσιγάρα. Νευρίασα επειδή η απόσταση ήταν μεγάλη. Και λέω “θα με κάνει ό,τι θέλει το τσιγάρο;”. Και τότε το έκοψα από τα νεύρα μου. Ευτυχώς γλίτωσα νέος από το τσιγάρο”.

Στην πυλωτή έχει και ένα τραπέζι πινγκ πονγκ. “Βέβαια, παίζω και πινγκ πονγκ. Προπόνηση είναι κι αυτό”. Φορούσε αθλητικά παπούτσια. “Αυτά είναι τα καλά. Στον αγώνα φοράω τα παπούτσια που έχουν φαγωθεί, για να πατάω σωστά”, διευκρίνισε. Ο Στέλιος Πρασσάς δεν έχει προπονητή. Είναι προπονητής του εαυτού του. Μια ομάδα μόνος του και ομάδα που κερδίζει δεν την αλλάζεις.