«Μεγάλωσα, στο Λουτράκι, σε έναν συνοικισµό. Η γιαγιά µου πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία ήρθε εκεί, σ’ αυτά τα σπίτια που έφτιαξαν οι ίδιοι. Παράγκες µε αυλές, κότες, κατσίκια. Σ’ αυτή τη γειτονιά µεγάλωσα, που ήµασταν απ’ το πρωί µέχρι το βράδυ έξω και παίζαµε. Μας τάιζαν οι θείες στον δρόµο. Αλητεία, µε την καλή έννοια. Όλη µέρα ελευθερία και χωρίς όρια. Παιδάκια που παίζαµε πόλεµο, παίζαµε ξύλο, ανοίγαµε τα κεφάλια µας». Με αυτά τα λόγια ο Βασίλης Μπισμπίκης περιέγραψε, σε συνέντευξη που έδωσε στην Athens Voice, τα παιδικά του χρόνια. «Ήµουν δέκα χρόνων και είχα χτυπήσει ένα παιδί, έπεσε κάτω, λιποθύµησε και νόµιζα ότι το σκότωσα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ, γιατί φοβήθηκα πολύ, έπαθα πανικό. Είπα έκανα κάτι κακό. Ήταν ξύλο µες στο παιχνίδι. Την άλλη µέρα ήµασταν πάλι φιλαράκια. Παίζαµε µπάλα στις αλάνες και τσακωνόµασταν».
Οι… αλητείες
«Πέρασα ένα κοµµάτι σκληρής αλητείας από τα δεκατρία και µετά. Αδέσποτος στην Αθήνα, ουσίες, δεν τελείωσα το σχολείο. Ένας από τους λόγους ήταν και τα βιβλία που διάβαζα, τα κοµµουνιστικά του παππού µου και τα αναρχικά. Και µέσα σε όλα αυτά ήταν, ας πούµε, και η ιδέα ότι το σχολείο σε κάνει ροµποτάκι, κατευθύνει τη σκέψη… Και κάπου ήρθε η ρήξη. Αναρχισµός, πανκ, λοφίο, µπλε µαλλί, στα δεκαπέντε. Με πήγαν για λίγο σ’ ένα τεχνικό λύκειο στην Κόρινθο, γιατί µε είχαν διώξει από τα υπόλοιπα σχολεία, και δεν άντεξα ούτε δύο µήνες. Κάλεσαν τη µάνα µου και της είπαν: δεν γίνεται δουλειά µε το παιδί σου. Ντράπηκε η γυναίκα, ντράπηκα κι εγώ. Τον έβρισα τον λυκειάρχη και τέλος. Έπαιζε ζάρια και µας πουλούσε ηθική».
Πρώτη κρίση πανικού
«Φοβήθηκα πολύ όταν είδα έναν φίλο µου σε overdose από ηρωίνη. Δεκαέξι χρόνων, δεκαεφτά ήµασταν και να προσπαθούµε να τον συνεφέρουµε µε ενέσιµο αλατόνερο, µε διάφορα τρικ. Έζησε. Τον αφήσαµε έξω από ένα νοσοκοµείο και µετά πήγα στο σπίτι. Δεν µπορούσα να πω τίποτα στους γονείς. Τι να έλεγα τότε; Ίσως ήταν και η πρώτη πραγµατική κρίση πανικού που έπαθα στη ζωή µου. Ήταν δύσκολο. Πολλές τέτοιες δύσκολες καταστάσεις. Πόλεµος δηλαδή. Μέσα σ’ έναν πόλεµο ζούσα. Κάθε µέρα πέθαιναν άνθρωποι γύρω µου και µπροστά µου».
«Ήθελα μια αγκαλιά ως παιδί, δεν την πήρα»
«Αν συναντούσα τον μικρό μου εαυτό θα µου έλεγε ότι θέλει φροντίδα. Σίγουρα ήθελε φροντίδα εκείνες τις εποχές το παιδάκι που έχω µέσα µου. Αν γύρναγα στο τώρα, θα έλεγα ότι θα του την έδινα, αλλά τότε ούτε του την έδωσα, ούτε όµως τη ζήτησα. Ήµουν ένα παιδάκι φοβισµένο, που προσπαθούσε να διαχειριστεί συναισθήµατα. Ήθελε µια αγκαλιά το παιδί µέσα µου, την οποία δεν πήρε. Αυτό το οδήγησε µετά σε πολλά άλλα πράγµατα. Και να παγώσει µέσα του και να µουδιάσει µε ουσίες και άλλα αυτό που ένιωθε. Ούτε στον χειρότερό µου εχθρό δεν θα ευχόµουν να µπλέξει µε ουσίες.
flash.gr
















































