Έχουμε φτάσει στα μέσα Ιουνίου και, όπως συμβαίνει σχεδόν κάθε χρόνο, οι συζητήσεις στην Ανατολική Αττική περιστρέφονται ξανά γύρω από το ίδιο θέμα: τα ξερά χόρτα, τον κίνδυνο πυρκαγιάς και την αγωνία για το τι μπορεί να συμβεί αν βρεθούμε αντιμέτωποι με μια δύσκολη μέρα, με υψηλές θερμοκρασίες και δυνατούς ανέμους.
Όποιος ζει στη Ραφήνα, στη Νέα Μάκρη, στον Μαραθώνα, στην Αρτέμιδα ή στα Σπάτα δεν χρειάζεται να του εξηγήσει κανείς γιατί αυτό το θέμα προκαλεί τόση ανησυχία. Οι μνήμες είναι ακόμη νωπές. Όχι μόνο από τη μεγάλη τραγωδία του 2018, αλλά και από τις δεκάδες μικρότερες ή μεγαλύτερες φωτιές που έχουν απειλήσει κατά καιρούς την περιοχή μας.
Γι’ αυτό και κάθε φορά που βλέπω οικόπεδα γεμάτα ξερά χόρτα, δρόμους με παραμελημένη βλάστηση ή σημεία που μοιάζουν έτοιμα να αρπάξουν φωτιά με την πρώτη σπίθα, δεν μπορώ να καταλάβω γιατί συνεχίζουμε να επαναλαμβάνουμε τα ίδια λάθη.
Κάθε χρόνο ακούμε ότι έχουν δοθεί οδηγίες. Ότι έχουν σταλεί ειδοποιήσεις. Ότι γίνονται έλεγχοι. Ότι υπάρχουν σχέδια και προβλέψεις.
Και όμως, κάθε χρόνο οι πολίτες βλέπουν γύρω τους εικόνες που δεν τους κάνουν να αισθάνονται ασφαλείς.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι δεν γνωρίζουμε τι πρέπει να γίνει. Το γνωρίζουμε πολύ καλά. Το πρόβλημα είναι ότι εξακολουθούμε να λειτουργούμε σαν να έχουμε άφθονο χρόνο μπροστά μας.
Σαν να περιμένουμε να συμβεί κάτι για να κινητοποιηθούμε.
Σαν να πρέπει να δούμε καπνό στον ορίζοντα για να θυμηθούμε ότι υπάρχουν χόρτα που έπρεπε να είχαν κοπεί μήνες πριν.
Και αυτή είναι ίσως η μεγαλύτερη παθογένεια του ελληνικού κράτους, της αυτοδιοίκησης αλλά πολλές φορές και της ίδιας της κοινωνίας. Αντί να προλαμβάνουμε, τρέχουμε πίσω από τα γεγονότα. Αντί να οργανωνόμαστε εγκαίρως, κινητοποιούμαστε όταν πλέον η κατάσταση έχει ξεφύγει.
Δεν γράφω αυτά τα λόγια για να κατηγορήσω έναν συγκεκριμένο Δήμο ή μια συγκεκριμένη υπηρεσία. Το πρόβλημα είναι πολύ ευρύτερο. Αφορά όλους μας. Αφορά το κράτος, τους Δήμους, τους ιδιοκτήτες οικοπέδων, αλλά και την ίδια τη νοοτροπία μας.
Γιατί η φωτιά δεν ενδιαφέρεται ποιος είχε την αρμοδιότητα και ποιος όχι. Δεν ενδιαφέρεται αν εκδόθηκε ένα έγγραφο ή αν πραγματοποιήθηκε μια σύσκεψη. Όταν ξεκινήσει, είναι ήδη αργά για δικαιολογίες.
Και γι’ αυτό η μεγαλύτερη επιτυχία δεν είναι να καταφέρεις να σβήσεις μια μεγάλη πυρκαγιά. Η μεγαλύτερη επιτυχία είναι να μην αφήσεις ποτέ τις συνθήκες που θα την προκαλέσουν.
Μακάρι να κάνω λάθος. Μακάρι το φετινό καλοκαίρι να περάσει χωρίς το παραμικρό πρόβλημα. Όμως, όσο συνεχίζουμε να βλέπουμε τα ίδια φαινόμενα κάθε Ιούνιο, δύσκολα μπορεί κανείς να αισθάνεται πραγματικά ήσυχος.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό από όλα.
Ότι ενώ έχουμε μάθει με τον πιο σκληρό τρόπο πόσο καταστροφική μπορεί να γίνει μια φωτιά, εξακολουθούμε να συμπεριφερόμαστε σαν να έχουμε χρόνο για άλλη μία ευκαιρία.
- Ο Βαγγέλης Ιωάννου είναι δημοσιογράφος, μέλος της Ένωσης Συντακτών


















































