Σε πεδίο έντονης αντιπαράθεσης και συστηματικής καθυστέρησης έχει μετατραπεί ήδη εδώ και καιρό το λιμάνι της Ραφήνας, αναδεικνύοντας τις βαθιές παθογένειες που ταλανίζουν τον δεύτερο μεγαλύτερο ναυτιλιακό κόμβο της Αττικής.
Πεπερασμένες λιμενικές υποδομές, σχεδιασμένες για προηγούμενες δεκαετίες, ανεπαρκής οδική πρόσβαση, περιορισμένοι χώροι στάθμευσης και εντονότατος ανταγωνισμός των ακτοπλοϊκών επιχειρήσεων για τις χρυσοφόρες γραμμές των Κυκλάδων βρίσκονται πίσω από την υποβόσκουσα εδώ και καιρό κρίση.
Η χθεσινή εικοσιτετράωρη απεργία των ναυτεργατικών σωματείων, η οποία πραγματοποιήθηκε παρά τη δικαστική απόφαση που την έκρινε παράνομη, έφερε στην επιφάνεια το σύνθετο πρόβλημα. Η κινητοποίηση των εργατικών σωματείων προκάλεσε αλυσιδωτές αντιδράσεις οδηγώντας στην ακύρωση δεκάδων προγραμματισμένων δρομολογίων και αναγκάζοντας ορισμένες ακτοπλοϊκές εταιρείες σε έκτακτη μεταφορά των δραστηριοτήτων τους στο λιμάνι του Λαυρίου, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο όγκος των επιβατών.
Στην καρδιά της διαμάχης βρίσκεται η αυστηρή κριτική των ναυτικών για την ασφάλεια των υποδομών, η οποία συνδέεται άμεσα με το καθεστώς έγκρισης των δρομολογίων. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία του Οργανισμού Λιμένος Ραφήνας, το λιμάνι εξυπηρετεί πλέον κατά μέσον όρο περίπου δύο εκατ. επιβάτες ετησίως, παρουσιάζοντας κατακόρυφη άνοδο. Μαζί με τους επιβάτες διακινούνται ετησίως εκατοντάδες χιλιάδες ιδιωτικά και φορτηγά οχήματα, επιβαρύνοντας δραματικά το τοπικό δίκτυο.
Η εγγύτητα της Ραφήνας με τα δίκτυα των Κυκλάδων, αλλά και με τον αστικό ιστό της Αττικής, βρίσκεται πίσω από την αυξημένη ζήτηση για μεταφορές που έχουν σπεύσει να υπερκαλύψουν με πολλά πλοία η κάθε μία από τις τρεις μεγάλες εταιρείες που λειτουργούν από εκεί, οι Fast Ferries, Golden Star Ferries και Seajets, και κάποιες μικρότερες που παραδοσιακά εξυπηρετούν τη γραμμή με το Μαρμάρι της Ευβοίας. Συνολικά αυτή τη στιγμή το λιμάνι χρησιμοποιούν 11 πλοία, όταν η δυνατότητα πρόσδεσης περιορίζεται σε πέντε.
Στα όρια του «εμφράγματος»
Οι εργαζόμενοι στα πλοία καταγγέλλουν ότι το λιμάνι λειτουργεί στα όρια του «εμφράγματος». Κατά τις πρωινές ώρες αιχμής, μεταξύ 7 και 9, είναι προγραμματισμένο να αποπλέουν ταυτόχρονα έως και οκτώ πλοία. Αυτή η ταυτόχρονη δρομολόγηση σε πανομοιότυπες ώρες οφείλεται στην προσπάθεια των Αρχών και των επιχειρήσεων να ικανοποιήσουν την υψηλή εμπορική ζήτηση για τις Κυκλάδες, αλλά και στις πιέσεις των εταιρειών για την εξασφάλιση των πιο προνομιακών ωρών αναχώρησης.
Το Συμβούλιο Ακτοπλοϊκών Συγκοινωνιών εγκρίνει αυτά τα «σφιχτά» χρονοδιαγράμματα με γνώμονα την ελεύθερη αγορά και την εξυπηρέτηση του κοινού, όμως η συγκεκριμένη πρακτική δημιουργεί ακραίο συνωστισμό. Η στενότητα αυτή αναγκάζει πολλά πλοία να πραγματοποιούν ταυτόχρονους ελιγμούς ή να παραμένουν σε κατάσταση αναμονής στα ανοιχτά, γεγονός που αυξάνει κατακόρυφα τους ναυτιλιακούς κινδύνους, ιδιαίτερα όταν πνέουν ισχυροί βόρειοι άνεμοι. Παράλληλα, τουλάχιστον δύο πλοία κάθε βράδυ παραμένουν αγκυροβολημένα αρόδο έξω από το λιμάνι ώστε να είναι έτοιμα να ξεκινήσουν τα πρωινά δρομολόγια, ενώ άλλα διανυκτερεύουν μαζί με τα πληρώματά τους σε νησιωτικά λιμάνια όπως της Μυκόνου ή στο γειτονικό λιμάνι του Λαυρίου.
Εντατικοποίηση εργασίας
Οι εργαζόμενοι κάνουν λόγο για ακραία εντατικοποίηση της εργασίας τους. Από την άλλη πλευρά, οι εκπρόσωποι της ακτοπλοΐας και οι λιμενικές αρχές δίνουν έμφαση στις οικονομικές αλλά και στις κοινωνικές επιπτώσεις των κινητοποιήσεων.

Στο παρασκήνιο όλων αυτών μαίνεται όμως και ακόμη ένα μέτωπο: πλοιοκτήτες συμβατικών ακτοπλοϊκών θεωρούν παραβίαση των αρχών του υγιούς ανταγωνισμού το γεγονός ότι οι ίδιοι εξυπηρετούν ολόκληρο τον χρόνο τους προορισμούς που έχουν αναλάβει, λειτουργώντας τον χειμώνα, την άνοιξη και το φθινόπωρο συχνά με μεγάλες οικονομικές ζημίες, ενώ το καλοκαίρι, όταν περιμένουν να καλύψουν αυτές τις απώλειες, δρομολογούνται για περιορισμένη περίοδο τα ταχύπλοα (Μάιο με Οκτώβριο συνήθως). Και σε αυτό το κλίμα είναι δύσκολη οποιαδήποτε συνεννόηση.
Το παράδοξο της υπόθεσης είναι ότι το υπουργείο Ναυτιλίας και ο Οργανισμός Λιμένος Ραφήνας, που ελέγχεται από το Υπερταμείο, διαθέτουν ένα ολοκληρωμένο στρατηγικό σχέδιο για τη ριζική ανακαίνιση και αναβάθμιση του λιμανιού. Προβλέπει την επέκταση του προσήνεμου μόλου για την προστασία από τον κυματισμό, τη δημιουργία νέων κρηπιδωμάτων, την κατασκευή σύγχρονου επιβατικού σταθμού, καθώς και τη χωροθέτηση υδατοδρομίου. Το σχέδιο αυτό, ωστόσο, παραμένει εγκλωβισμένο στα χαρτιά λόγω ενός σύνθετου πλέγματος αντιδράσεων.
Η τοπική κοινωνία και η δημοτική αρχή εκφράζουν σοβαρές επιφυλάξεις για τη σκοπιμότητα μιας τέτοιας μεγέθυνσης. Η βασική ανησυχία εστιάζεται στο γεγονός ότι ο αστικός ιστός αδυνατεί να απορροφήσει την επιπλέον κίνηση, καθώς οι μεγάλες οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις έχουν καθυστερήσει δραματικά λόγω προσφυγών και απαλλοτριώσεων. Επιπλέον, έντονος είναι ο προβληματισμός για τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, με κυριότερο σημείο τριβής την προστασία του Μεγάλου Ρέματος της Ραφήνας, που εκβάλλει δίπλα στις λιμενικές εγκαταστάσεις, καθώς οι κάτοικοι φοβούνται ότι οι νέες επιχώσεις θα αυξήσουν τον πλημμυρικό κίνδυνο.






















































