Υπάρχουν άνθρωποι που όταν μιλούν δεν αφηγούνται απλώς γεγονότα. Ανοίγουν μικρά συρτάρια ζωής. Η Λουκίλα Καρρέρ Πλέσσα είναι ένας από αυτούς. Δημοσιογράφος με σπουδαία πορεία στα μέσα ενημέρωσης, αλλά και συνοδοιπόρος για δεκαετίες ενός από τους σημαντικότερους δημιουργούς της ελληνικής μουσικής, κουβαλά αναμνήσεις που δεν ξεθώριασαν ποτέ. Η Ραφήνα, οι γειτονιές που άλλαξαν, οι άνθρωποι που πέρασαν από το σπίτι τους, τα βράδια με μουσική, οι φίλοι, τα γέλια, οι δύσκολες στιγμές και η δύναμη να συνεχίζεις. Μια κουβέντα που μοιάζει περισσότερο με προσωπική εξομολόγηση παρά με συνέντευξη.
Η Ραφήνα των αναμνήσεων
Η Ραφήνα για εσάς τι είναι σήμερα; Ένας τόπος ηρεμίας, έμπνευσης ή αναμνήσεων;
Και τα τρία. Εδώ έζησα τα περισσότερα χρόνια της ενήλικης ζωής μου, όλα μαζί με τον απόλυτο σύντροφό μου και την οικογένεια που δημιουργήσαμε. Αυτός ο τόπος με εμπνέει και με ηρεμεί, ενώ κάθε γωνιά του μου θυμίζει πολλά.
Βίωσα την αλλαγή της Ραφήνας στο πέρασμα του χρόνου. Για παράδειγμα, η παιδική χαρά όπου έπαιζε η κόρη μας δεν υπάρχει πια· στη θέση της έχει χτιστεί ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ. Κι όμως, κάθε φορά που περνάω από εκεί, ο νους μου γυρίζει σε εκείνα τα χρόνια. Βλέπω την κόρη μας να κάνει τραμπάλα με τον Μίμη, ο οποίος γινόταν ξανά παιδί μαζί της. Μετά, πηγαίναμε συχνά απέναντι για φρέσκο ψάρι, αλλά ούτε αυτή η ταβέρνα υπάρχει πια.
Πώς να τα ξεριζώσω όλα αυτά από μέσα μου;
Είναι μια ολόκληρη ζωή…
«Μετέτρεψα τη μοναξιά σε ελευθερία»
Η καθημερινότητά σας έχει αλλάξει τα τελευταία χρόνια; Πώς κυλά μια συνηθισμένη μέρα της Λουκίλας Καρρέρ Πλέσσα;
Όσο κι αν επιμένουν οι κοντινοί μου άνθρωποι να αλλάξω σπίτι και γειτονιά, εγώ αντιστέκομαι σθεναρά. Δεν θέλω να ξεριζώσω τίποτα από μέσα μου. Είναι φυσικό κάθε γωνιά του σπιτιού μου να είναι γεμάτη αναμνήσεις, οι οποίες συχνά λειτουργούν σαν δίκοπο μαχαίρι: φέρνουν γλύκα και πόνο μαζί. Σαν το τραγούδι που έγραψε ο Μίμης μου με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο για τον λατρεμένο μου Τόλη Βοσκόπουλο: «Γλυκά πονούσε το μαχαίρι, έσταζε μέλι η μαχαιριά…»
Πλέον, στον ελεύθερο χρόνο μου συνηθίζω να σκανάρω φωτογραφίες, να ψηφιοποιώ το αρχείο μας, να τακτοποιώ συρτάρια και να ανοίγω κούτες. Δεν είναι εύκολη διαδικασία· πολλές φορές έχω κλάψει και έχω σταματήσει στη μέση, για να καταπιαστώ την επόμενη μέρα με κάτι άλλο.
Διανύω μια περίοδο όπου έχω μετατρέψει τη μοναξιά σε ελευθερία. Λέω στον εαυτό μου: «Όχι, σταμάτα… δεν χρειάζεται να κάνεις αυτό που δεν αντέχεις, ούτε να συναντήσεις ανθρώπους που δεν θέλεις. Μπορείς να κοιμηθείς όσο νωρίς επιθυμείς, χωρίς να απολογηθείς σε κανέναν». Δεν υπάρχουν πια «πρέπει», παρά μόνο «θέλω» και «δεν θέλω». Αυτό είναι πρωτόγνωρο για μένα, καθώς στο παρελθόν οι ανάγκες της οικογένειάς μας αποτελούσαν την απόλυτη προτεραιότητά μου. Ο Μίμης και η κόρη μας έρχονταν πάντα πρώτοι, από δική μου επιλογή.

Το σπίτι όπου πέρασε μια ολόκληρη εποχή
Έχετε γνωρίσει από κοντά σπουδαίους ανθρώπους του ελληνικού τραγουδιού και της τηλεόρασης. Ποια συνάντηση σας έχει μείνει βαθιά χαραγμένη;
Σπουδαίο ρόλο στη ζωή μου και στις αποφάσεις που πήρα έπαιξε η κουμπάρα μας, η Ειρήνη Παπά. Θυμάμαι τις ατέλειωτες συζητήσεις στα ταξίδια μας στο εξωτερικό, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα. Η Ειρήνη έπαιρνε συχνά το μαξιλάρι της κι ερχόταν σπίτι μας να κοιμηθεί. Πηγαίναμε θερινό σινεμά και σε ταβερνάκια της περιοχής· της άρεσε πολύ η Ραφήνα, παρόλο που τότε έμενε στο κέντρο της Αθήνας.
Λατρεμένος και κολλητός μου φίλος ήταν επίσης ο Δάκης. Αυτό το ευγενικό και ευαίσθητο πλάσμα μού λείπει απίστευτα. Κάθε πρωί μιλούσαμε στο τηλέφωνο πίνοντας το καφεδάκι μας, ενώ ερχόταν συχνά και στο σπίτι μας. Ειδικά τα τελευταία χρόνια, έκανε πολλές πρόβες με τον Μίμη, είτε για τις συναυλίες στο Ηρώδειο στις οποίες συμμετείχε, είτε για την ηχογράφηση του δίσκου «Moments», έναν δίσκο με διαχρονικές επιτυχίες του Μίμη μου, που τραγούδησε ο Δάκης με τη βελούδινη φωνή του σε επτά γλώσσες.
Επίσης, τα τελευταία δέκα χρόνια ξανασυναντήθηκαν ο Μίμης μου με τη μοναδική Νάνα Μούσχουρη. Θα μου μείνει αξέχαστο ένα αυγουστιάτικο απόγευμα του 2019, όταν η Νάνα ήρθε στο σπίτι μας. Αν και είχα γεμίσει ένα τραπέζι με κάθε λογής γεύσεις, οι δυο τους δεν έφαγαν τίποτα γιατί δεν ξεκολλούσαν από το πιάνο. Δεν χόρταιναν τη μουσική κι εγώ μαγευόμουν ακούγοντάς τους· σαν δύο μικρά παιδιά που δεν ήθελαν να τα σταματήσεις από το παιχνίδι τους.
Η Νάνα με συγκινεί βαθιά γιατί ακόμα και σήμερα με παίρνει τηλέφωνο απλώς για να με ακούσει, να μάθει πώς είμαι και να πούμε δυο κουβέντες. Είναι μια σπουδαία και ταυτόχρονα τόσο ταπεινή γυναίκα. Άλλωστε, κάθε πραγματικά σπουδαίος άνθρωπος είναι ταπεινός.
Γενικά, ποιος δεν έχει περάσει από το σπίτι μας; Πόσες πρόβες, πόσα χαλαρά απογεύματα, πόσα φιλικά βράδια… Η Μαρινέλλα και ο Δημήτρης Μητροπάνος όταν έκαναν πρόβες για το Ηρώδειο, ο Τόλης Βοσκόπουλος με την Άντζελα Γκερέκου τόσες φορές… Τόσες αναμνήσεις, που σίγουρα κάποιον θα ξεχάσω αν συνεχίσω την ονοματολογία.
Ο Μίμης πίσω από τον Μίμη Πλέσσα
Αν κλείνατε τα μάτια και έπρεπε να περιγράψετε τον Μίμη Πλέσσα όχι ως καλλιτέχνη αλλά ως άνθρωπο μέσα στο σπίτι, τι θα λέγατε;
Ο Μίμης μου ήταν ένα αεικίνητο πλάσμα που έλεγε συχνά: «Δεν προλαβαίνω να γεράσω». Ήταν πάντα «στην πρίζα», δημιουργικός και γεμάτος ενέργεια. Όταν δεν έκανε πρόβα, σκάλιζε μελωδίες στο πιάνο του… Τον άκουγα να διασκευάζει μια σύνθεση και, όπως λέγαμε, «να της αλλάζει τα φώτα»!
Αλλά και τις ώρες που δεν ασχολούνταν με τη μουσική, ο Μίμης μου ζωγράφιζε ή καταπιανόταν με κατασκευές. Έφτιαχνε καράβια, γέφυρες, μάζευε κοχύλια και δημιουργούσε πίνακες με αυτά. Ήταν πραγματικά ασταμάτητος.
«Το σπίτι μου είναι ο παράδεισός μου»
Υπάρχει μια στιγμή που ζήσατε μαζί του και δεν τη μοιραστήκατε ποτέ δημόσια;
Πολλές, αλίμονο αν τα έλεγα όλα. Για μένα το σπίτι είναι ο παράδεισός μου και όχι η φυλακή μου· το σπιτικό μου είναι ιερό. Και όσο ανοιχτό κι αν ήταν μια ζωή -από επιλογή του Μίμη-, υπάρχουν πολλές πολύτιμες στιγμές που τις κρατώ καλά φυλαγμένες μέσα μου, σαν φυλαχτό.
Το τραγούδι που σήμερα ακούγεται αλλιώς
Ποιο τραγούδι του Μίμη Πλέσσα σάς συγκινεί περισσότερο σήμερα και γιατί;
Το «Όλα δικά σου μάτια μου» σε στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου: «Όλα δικά σου μάτια μου κι ο πόνος σου δικός μου, είδαν πολλά τα μάτια μου στις γειτονιές του κόσμου…». Κι αυτό γιατί αυτός ακριβώς ήταν ο Μίμης. Κρατιόμασταν από το χέρι στις ανηφοριές, στα ίσια μονοπάτια, σε δύσβατα δρομάκια, και ήμασταν πάντα εκεί ο ένας για τον άλλον, έτοιμοι να πάρει ο ένας τον πόνο του άλλου και να του δώσει όλα τα υπόλοιπα.
Παρακάτω, ο στίχος λέει: «Νύσταξες άστρο μου φεγγάρι μου… στην αγκαλιά μου αποκοιμήσου…» Κι έτσι ακριβώς «έφυγε», ήρεμα, και άλλαξε διάσταση. Γιατί μόνο διάσταση άλλαξε… είναι πάντα εδώ.
Τα μαθήματα ζωής
Ζώντας δίπλα σε έναν τόσο μεγάλο δημιουργό, τι μάθημα ζωής πήρατε περισσότερο από όλα;
Έμαθα να νιώθω το ίδιο άνετα τόσο στη φωτεινή πλευρά του φάρου -γιατί ένας φωτεινός φάρος ήταν ο Μίμης μου- όσο και στη σκοτεινή του πλευρά. Να αντέχω μια δύσκολη νύχτα προσμένοντας το ξημέρωμα και να κοιτάζω πάντα τη φωτεινή πλευρά της ζωής. Να καταπιάνομαι με την ομορφιά και όχι με την ασχήμια.
Να επιλέγω να έχω δίπλα μου ανθρώπους που με αγαπούν χωρίς να με χρειάζονται… Και, τέλος, να κρατώ τα κλειδιά της δικής μου ευτυχίας στο δικό μου χέρι, χωρίς να τα εμπιστεύομαι ποτέ σε κανέναν.
Από τα βινύλια στην ψηφιακή εποχή
Είστε δημοσιογράφος με μεγάλη πορεία στο ραδιόφωνο και στα μέσα ενημέρωσης. Πόσο έχει αλλάξει ο χώρος από τότε που ξεκινήσατε;
Έχει αλλάξει πάρα πολύ. Το 1987, όταν ξεκίνησα στην ελεύθερη ραδιοφωνία, είχαμε όλοι έναν τεράστιο ενθουσιασμό να καταθέσουμε την ψυχή και τις γνώσεις μας. Κάναμε πραγματική παραγωγή εκπομπής. Πηγαίναμε στο ραδιόφωνο με τους δικούς μας δίσκους.
Ξεκίνησα από το Κανάλι 1 του Πειραιά, συνέχισα στον ΑΝΤ1 για δέκα χρόνια και μετά έμεινα δεκαπέντε χρόνια στον Αθήνα 9.84. Είχαμε τα δισκάκια μας, τις συλλογές μας και τις γνώσεις μας για όπλο. Τότε δεν υπήρχε το διαδίκτυο για να βρούμε έτοιμη την πληροφορία για το τραγούδι που προτείναμε στους ακροατές· καταθέταμε το δικό μας υπόβαθρο.
Σήμερα η πληροφορία υπάρχει παντού, αλλά σπάνια ο παραγωγός μιας εκπομπής αναφέρεται σε αυτήν. Συνήθως πατάει ένα κουμπί και το τραγούδι παίζει μέσα από μια συγκεκριμένη λίστα, ένα «ταϊσμένο» κομπιούτερ, όπως λέμε.
Η μαγεία του ραδιοφώνου
Το ραδιόφωνο έχει κάτι σχεδόν μαγικό. Πιστεύετε ότι η σημερινή εποχή έχει χάσει λίγη από αυτή τη μαγεία;
Ναι, για μένα έχει χαθεί η μαγεία. Τότε, ακόμα και το «χρατς χρουτς» που ακουγόταν από κάποια πολυπαιγμένα βινύλια είχε κάτι το μαγικό, το χειροποίητο. Σήμερα όλα είναι ίδια, βιομηχανοποιημένα. Παίζουν από την ίδια πλατφόρμα, ο ήχος είναι πανομοιότυπος και αλλάζει μόνο η φωνή του εκφωνητή.
Κι αυτός, όμως, σπάνια αναφέρεται στους δημιουργούς του τραγουδιού ή στην ιστορία του. Έτσι, ο ακροατής συχνά νιώθει ξένος· δεν ταξιδεύει μέσα από τις μουσικές επιλογές, αλλά τις ακούει απλώς για να τις ξεχάσει λίγους μήνες αργότερα.

Η παρακαταθήκη
Αν μπορούσατε να κρατήσετε μία μόνο φράση του Μίμη Πλέσσα ως παρακαταθήκη, ποια θα ήταν;
«Πέτα ψηλά, ελεύθερη, με δυνατά φτερά για να μην σε φτάνουν τα βόλια. Γιατί πάντα θα υπάρχουν εκείνοι που κάνουν σκοπό της ζωής τους να σε ρίξουν κάτω…».
Ο Μίμης που θα θυμόμαστε πάντα
Τι θα θέλατε να θυμούνται οι άνθρωποι όταν ακούν το όνομα “Μίμης Πλέσσας”;
Μια μουσική ιδιοφυΐα που δεν μπήκε ποτέ σε καλούπια. Έναν άνθρωπο που, μέσα από την ελευθερία της έκφρασής του, άφησε ένα τεράστιο έργο και μας γέμισε με πολιτισμικά δώρα, τα οποία μας ένωσαν και δεν μας δίχασαν ποτέ.
Το χαμόγελο του σήμερα
Και μια τελευταία ερώτηση: σήμερα, τι κάνει τη Λουκίλα Καρρέρ Πλέσσα να χαμογελά;
Το χαμόγελο της κόρης μας…
Μέσα από εκείνη βλέπω τον Μίμη τού αύριο.
- Πηγή: Περιοδικό AktiNews.gr






















































