Η τραγωδία στη Marfin σημειώθηκε σαν σήμερα 5 Μαΐου το 2010, όταν κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων κατά των οικονομικών μέτρων για την υπογραφή της δανειακής σύμβασης, άγνωστοι πέταξαν μολότοφ στην Τράπεζα την ώρα που βρίσκονταν μέσα σε αυτήν περίπου 25 έως 30 εργαζόμενοι
Οι περισσότεροι κατόρθωσαν να διαφύγουν, πέντε άτομα διέσωσε η πυροσβεστική και τρία άτομα πέθαναν από ασφυξία λόγω των τοξικών αναθυμιάσεων και του πυκνού καπνού. Ήταν η Αγγελική Παπαθανασοπούλου (32 ετών-έγκυος 4 μηνών), ο Επαμεινώνδας Τσάκαλης (36 ετών) και η Παρασκευή Ζούλια (35 ετών).
Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή Φίλιππο Κουτσάφτη «ο καπνός και τα τοξικά αέρια από την καύση των πλαστικών και χαρτικών τους σκότωσαν σχεδόν αμέσως. Απώλεσαν τις αισθήσεις τους και λίγο μετά πέθαναν». Όταν βρέθηκαν είχαν τα στόματά τους ανοιχτά και τα πρόσωπά τους ήταν μαύρα από τον καπνό. Φαίνεται πως είχαν προσπαθήσει να βγουν από το εσωτερικό του κτηρίου από την πόρτα της ταράτσας, η οποία όμως δεν άνοιγε.



Ο πρώτος άνθρωπος που απεγκλωβίστηκε από το φλεγόμενο κτήριο της Marfin, μιλώντας σε τηλεοπτικό σταθμό, λίγα χρόνια μετά περιέγραφε πως μέσα σε λίγα λεπτά, μετά την πυρπόληση της τράπεζας με μολότοφ, το κτήριο γέμισε καπνούς:
«Τρία άτομα με κουκούλες, αρχίζουν και σπάνε την τζαμαρία του κάτω ορόφου, αφού την σπάσανε, ρίξανε μέσα ούτε εγώ ξέρω τι, αμέσως λαμπάδιασε, μέσα σε πέντε λεπτά. Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ώρα που έβγαινα από την πόρτα. Η πόρτα ήταν ηλεκτρονική και έπρεπε να μπω μέσα στο κουβούκλιο, να μείνω μέσα για πέντε δευτερόλεπτα και μετά να ανοίξει και δεν ήξερα αν θα άνοιγε για να βγω έξω. Βγήκα, αρχίσανε οι πέτρες, να με βρίζουνε “να καείτε”, “καλά να πάθετε” και τέτοια…».
Αυτόπτες μάρτυρες και διασωθέντες έχουν περιγράψει τους δράστες, στους οποίους περιλαμβάνεται και μία γυναίκα. «Βρισκόμουν στο πατάρι του Ιανού. Είδα τα πάντα. Μία ξανθιά με κοτσίδα, ένας ψηλός με γιακά, ένας με φανταχτερά ρούχα και ένας εύσωμος, κατευθύνονται προς την τράπεζα. Τους βλέπαμε όλοι, είχαν ξεχωρίσει για κάποιο σκοπό. Φτάνουν εκεί, βγάζουν ένα σφυρί, σπάνε την τζαμαρία και πετούν μέσα μολότοφ». Η ταυτότητα των αυτουργών της επίθεσης δεν έχει επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα.
Ως ύποπτος για τον εμπρησμό της Marfin συνελήφθη ένα άτομο, το οποίο παραπέμφθηκε σε δίκη για τα εγκλήματα της «ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως τελεσθείσας σε ήρεμη ψυχική κατάσταση, κατά συναυτουργία και κατά συρροή τετελεσμένης και εν αποπείρα, της εκρήξεως εκ της οποίας επήλθε θάνατος και κίνδυνος για ανθρώπους και ξένα πράγματα, της κατασκευής και κατοχής εκρηκτικής βόμβας και της απρόκλητης φθοράς ξένης περιουσίας διά εκρήξεως από πρόσωπο που είχε καλυμμένα τα χαρακτηριστικά του προσώπου του». Το βούλευμα αναφέρει ότι υπήρχαν και άλλα δύο άτομα αυτουργοί του εμπρησμού, τα οποία είναι άγνωστα. Ταυτόχρονα παραπέμφθηκε σε δίκη ένα ακόμα πρόσωπο για τον εμπρησμό στο βιβλιοπωλείο «Ιανός».
Μετά από πολλές αναβολές, η δίκη ολοκληρώθηκε τον Οκτώβριο του 2016 χωρίς κάποιος από τους αυτουργούς του εμπρησμού να έχει καταδικαστεί. Ο κατηγορούμενος, ο οποίος αυτοχαρακτηρίζεται αναρχικός, κρίθηκε ομόφωνα αθώος από το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών «ελλείψει ικανών ενδείξεων ενοχής».
Η ταυτότητα των αυτουργών της επίθεσης δεν έχει επιβεβαιωθεί μέχρι σήμερα. Το 2013 στελέχη της τράπεζας καταδικάστηκαν για φόνο εξ αμελείας τριών υπαλλήλων, τις σωματικές βλάβες άλλων 21 υπαλλήλων και για πολλαπλές παραλείψεις στα μέτρα πυρασφάλειας και στην εκπαίδευση του προσωπικού.
Μαρτυρίες
Η Μάρνυ Παπαματθαίου και ο Ι. Νικολόπουλος κατέγραψαν για λογαριασμό του «ΒΗΜΑΤΟΣ» όσα είδαν οι αυτόπτες μάρτυρες.
Η Ειρήνη, της οποίας το επίθετο δεν δημοσιεύθηκε, την ώρα της επίθεσης βρισκόταν μπροστά από την κεντρική βιτρίνα του τραπεζικού υποκαταστήματος:
«Ήταν ομάδες, 20,30 άτομα, με μαύρα ρούχα, κουκούλες και μαντίλια. Πήγαιναν παράλληλα με την πορεία, από το Πολυτεχνείο ως τη Σταδίου. Δύο άτομα, πιτσιρικάδες φαίνονταν, με κουκούλες, ο ένας μάλιστα φορούσε γκρι αθλητικό φούτερ με κουκούλα και μεγάλο μαντίλι, βγήκαν από την πορεία και άρχισαν με ένα τσεκούρι πυροσβεστικού τύπου και μια βαριοπούλα να ‘κατεβάζουν’ τα τζάμια.
»Δεν τους πτόησαν οι αντιδράσεις των άλλων διαδηλωτών που φώναζαν «αίσχος, ντροπή σας προβοκάτορες, σταματήστε».
»Κάποιοι εκπαιδευτικοί, τα μπλοκ των οποίων μόλις είχαν σταματήσει μπροστά από την πλατεία Κλαυθμώνος, αποπειράθηκαν να τους εμποδίσουν.
»Συνεπλάκησαν οι μαυροφορεμένοι κουκουλοφόροι με όσους προσπάθησαν να τους σταματήσουν. Ενας δάσκαλος έπεσε μπροστά μου χτυπημένος στο κεφάλι, αιμόφυρτος, και οι συνάδελφοί του προσπάθησαν να τον απομακρύνουν.
»Αρχίσαμε να κινούμαστε ξανά, με τον φόβο επέκτασης των επεισοδίων. Κάποιοι, λίγοι, τράβηξαν προς την Πανεπιστημίου. Συνεχίσαμε να ανηφορίζουμε τη Σταδίου όταν άκουσα τον ήχο από γυαλιά να σπάζουν ξανά.
»Γύρισα το κεφάλι και είδα μία τουλάχιστον μολότοφ να σκάει στο εσωτερικό της τράπεζας. Ολα έγιναν μέσα σε λίγα λεπτά. H ώθηση του πλήθους προς τα μπροστά με απομάκρυνε από το σημείο.
Αργότερα, όταν κατηφορίζαμε την Πανεπιστημίου, άρχισαν να κυκλοφορούν οι πρώτοι ψίθυροι ότι υπήρξαν ανθρώπινα θύματα και τραυματίες. Φρικτή κατάσταση».
«Θα σας κάψουμε»
Στο «ΒΗΜΑ» μίλησε και ο διευθυντής του βιβλιοπωλείου «Ιανός», που βρίσκεται απέναντι από το υποκατάστημα της Τράπεζας, . Β. Χατζηιακώβου.
«Δεν έχω ξαναζήσει κάτι τέτοιο. Η κεντρική είσοδος της τράπεζας ήταν κλειστή. Εσπασαν τις τζαμαρίες και πέταξαν μέσα μολότοφ. Το κτίριο είναι παλιό και σχεδόν όλο ξύλινο στο εσωτερικό.
»Επιασε αμέσως φωτιά. Είδα τι έγινε και έτρεξα απέναντι με πυροσβεστήρα. Τι να κάνει όμως ένας πυροσβεστήρας σε εκείνη την κατάσταση;»
»Είδα έναν άνθρωπο να πηδάει στο διπλανό κτίριο, από το μπαλκόνι και να πέφτει τελικά κάτω, κατάμαυρος από τον καπνό. Ευτυχώς σώθηκε. Λίγο νωρίτερα είχαν επιτεθεί και στον “Ιανό”.
»Το βιβλιοπωλείο εκείνη τη στιγμή ήταν κλειστό λόγω της απεργίας, αλλά ήμασταν λίγοι άνθρωποι επάνω στον πολυχώρο.
»Τα έκτροπα ξεκίνησαν με την πρώτη εμφάνιση των ΜΑΤ στην οδό Κοραή. Εφτασαν και εδώ, έσπασαν την είσοδο και ακούσαμε κάποιους να λένε ‘πάμε να φύγουμε, το έχουμε ξανασπάσει’.
»Κάποιοι μπήκαν μέσα και πέταξαν βόμβες μολότοφ και πάνω σε ανθρώπους. Ενας από τους συναδέλφους μας γέμισε βενζίνη και κινδύνεψε να καεί ζωντανός».
Τι είπαν οι εργαζόμενοι
Γράφει «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 6ης Μαΐου 2010:
«Η κυρία Μαρία Καραγιάννη (φωτογραφία) ήταν από τις τυχερές υπαλλήλους της τράπεζας Μarfin. Ο καπνός την έπνιξε, αλλά δεν τη σκότωσε. Είδε όμως τους συναδέλφους της με τους οποίους μοιραζόταν καθημερινά το ίδιο γραφείο να σωριάζονται στο έδαφος.
»Δεν είχε διάθεση και κουράγιο να μιλήσει. Κρατούσε το κεφάλι της και ψέλλιζε: «Εσπασε το τζάμι και σώθηκα…». Την ώρα που λαμπάδιασε το κτίριο η κυρία Καραγιάννη βρισκόταν στον τρίτο όροφο.
»»Ολα έγιναν τόσο γρήγορα. Μαύρος καπνός ‘πλημμύρισε’ το γραφείο. Μου κόπηκε η αναπνοή. Θυμάμαι ότι ένας συνάδελφος έσπασε το τζάμι και κατάφερα να βγω στο μπαλκόνι για να αναπνεύσω, να σωθώ» λέει έχοντας το βλέμμα της χαμηλωμένο. «Ηταν υπόθεση ενός λεπτού, το πολύ δύο…”».
Kάποια χρόνια αργότερα, στα πλαίσια ερευνών των αρχών για τους φυσικούς αυτουργούς του φονικού εμπρησμού, ένας από τους εργαζομένους στο μοιραίο υποκατάστημα ανέφερε:
«Τρία άτομα με κουκούλες, αρχίζουν και σπάνε την τζαμαρία του κάτω ορόφου, αφού την σπάσανε, ρίξανε μέσα ούτε εγώ ξέρω τι, αμέσως λαμπάδιασε, μέσα σε πέντε λεπτά.
»Δεν θα ξεχάσω ποτέ την ώρα που έβγαινα από την πόρτα. Η πόρτα ήταν ηλεκτρονική και έπρεπε να μπω μέσα στο κουβούκλιο, να μείνω μέσα για πέντε δευτερόλεπτα και μετά να ανοίξει και δεν ήξερα αν θα άνοιγε για να βγω έξω. Βγήκα, αρχίσανε οι πέτρες, να με βρίζουνε “να καείτε”, “καλά να πάθετε” και τέτοια…».
Οι καταγγελίες για το κτίριο
Τις ώρες που ακολούθησαν το τραγικό συμβάν, προέκυψαν μεγάλα ερωτηματικά για τα μέτρα που είχαν ληφθεί από την τράπεζα ως προς την πυρασφάλεια του κτιρίου, ζήτημα στο οποίο αναφέρθηκαν οι εργαζόμενοι του συγκεκριμένου υποκαταστήματος.
Γράφει «ΤΟ ΒΗΜΑ» της 6ης Μαΐου 2010:
« “Το κτίριο είναι παλιό. Οπως φάνηκε και στην πράξη, όποιοι εγκλωβιστούν σε κάποιον όροφο είναι δυνατόν να πεθάνουν σαν τα ποντίκια” έλεγαν ορισμένοι. Κάποιοι κατήγγειλαν επίσης ότι οι υπάλληλοι της συγκεκριμένης τράπεζας είχαν πάρει εντολή να εργαστούν ως τις 3 μ.μ., όταν σε άλλα υποκαταστήματα τραπεζών της Αθήνας συνάδελφοί τους είχαν αναχωρήσει από τη 1 μ.μ.
»“Η τράπεζα δεν ήταν υποχρεωμένη να διαθέτει πιστοποιητικό πυροπροστασίας για να πάρει άδεια λειτουργίας”.
»Αυτό ανέφερε μιλώντας στο «Βήμα» ανώτατος αξιωματικός της Πυροσβεστικής και συμπλήρωσε ότι “είναι στη διακριτική ευχέρεια του υπευθύνου της τράπεζας να διαθέτει όποιο σύστημα προστασίας από φωτιές κρίνει απαραίτητο, ακόμη και δύο πυροσβεστήρες, και είναι αρμόδιος για το εάν το σύστημα λειτουργεί σωστά ή εάν συντηρούνται οι πυροσβεστήρες εγκαίρως”.
»Πηγές από τη διοίκηση της τράπεζας ανέφεραν ότι το κτίριο ήταν διατηρητέο και ως εκ τούτου απαγορεύεται κάθε σχετική παρέμβαση για τη δημιουργία εξόδου κινδύνου. Οι τεχνικές υπηρεσίες της γνώριζαν ότι δεν μπορούσαν να παρέμβουν στην πρόσοψη του κτιρίου.
»Οπως αναφέρθηκε χθες, ακόμη και οι πινακίδες της τράπεζας ήταν διαφορετικές από εκείνες που τοποθετούνται σε άλλα υποκαταστήματα, εξαιτίας του διατηρητέου κτιρίου.
»“Στα διατηρητέα δεν επιτρέπεται να ρίξουμε έναν τοίχο για να κάνουμε μια δεύτερη έξοδο, ούτε κάποια άλλη παρέμβαση στο κτίριο. Μπορεί όμως ο μελετητής να ζητήσει μια απόκλιση για θέματα ασφαλείας.
“Αν το πολεοδομικό γραφείο και η αρχιτεκτονική επιτροπή την εγκρίνουν, μπορεί να πραγματοποιηθεί,διαφορετικά όχι. Με άλλα λόγια ο νομοθέτης αφήνει το θέμα στη διακριτική ευχέρεια του μελετητή και της Πολεοδομίας.
“Ο ιδιοκτήτης του κτιρίου ή ο επιχειρηματίας που το ενοικιάζει δεν θα διαθέσει, χωρίς να απαιτείται, χρήματα για να το κάνει» λέει ο αντιπρόεδρος του ΤΕΕ κ. Χρ. Σπίρτζης.
»Οπως σημειώνουν πάντως πολεοδόμοι, αν ένα διατηρητέο κτίριο έχει στην πίσω όψη του ακάλυπτo χώρο, μπορεί να δημιουργηθεί μία έξοδος κινδύνου»
Ευθύνες
Όπως έγινε εκ των υστέρων γνωστό, οι υπάλληλοι βρίσκονταν στο κτίριο την ημέρα της απεργίας υπό τον φόβο της απόλυσής τους.
Οι συγγενείς των θυμάτων κινήθηκαν νομικά κατά της τράπεζας και τους καταβλήθηκαν αποζημιώσεις, ενώ ύστερα από αρκετά χρόνια καθυστέρησης δικαιώθηκαν και ως προς τις αστικές αξιώσεις που είχαν έναντι του κράτους.
Κατηγορήθηκαν τέσσερα στελέχη της τράπεζας Marfin (ο τότε διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας Κ.Β, ο υπεύθυνος ασφαλείας του κτίριου Ε.Β., η διευθύντρια του καταστήματος Α.Β. και η υποδιευθύντρια Α. Κ.) Η υποδιευθύντρια του καταστήματος αθωώθηκε και οι άλλοι τρεις κατηγορούμενοι καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης με αναστολή.
Τον Δεκέμβριο του 2024, το Δ΄ Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου αναίρεσε την υπ’ αριθμ. 5541/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αναγνωρίζοντας ότι υπήρχε ευθύνη της τότε μισθώτριας Τράπεζας Marfin και των κατ’ ιδίαν μελών του Δ.Σ. της για τη μη λήψη μέτρων ασφαλείας προς αποτροπή της καταστροφής του νεοκλασσικού κτιρίου επί της οδού Σταδίου 23, στο κέντρο της Αθήνας.
Οι έρευνες για τους εμπρηστές
Έναν χρόνο μετά το τραγικό συμβάν, μια ανώνυμη επιστολή προς τις αστυνομικές αρχές κατονόμαζε τρεις ανθρώπους ως φυσικούς αυτουργούς, αναφέροντας τα πλήρη στοιχεία τους (αριθμούς ταυτότητας, πινακίδες οχημάτων και αριθμούς κινητών τηλεφώνων).
Τελικά, μέσω της ανώνυμης αυτή επιστολής, σε δίκη θα οδηγηθούν δύο άνδρες, ο 34χρονος Θ.Σ. και ο Π.Α.. Και οι δύο κατηγορούμενοι αθωώθηκαν ομόφωνα τον Οκτώβριο του 2016.
Κανένας από τους αυτόπτες μάρτυρες δεν αναγνώρισε τους κατηγορούμενους ως τους δράστες, ενώ δεν υπήρξε και ταυτοποίηση μέσω φωτογραφιών.
Ο Θ.Σ δήλωσε: «πήγα να βοηθήσω και τώρα με κατηγορούν για ένα έγκλημα που δεν έχω κάνει και μάλιστα τόσο βαρύ» προσθέτοντας «Εχω καταδικάσει την επίθεση στην τράπεζα Μαρφίν από το 2011. Ως άνθρωπος που αγωνίζεται για την αντιεξουσία και την ελευθερία, δεν θα μου επέτρεπα να κάνω αυτό για το οποίο κατηγορούμαι».
O Π.Α. δήλωσε πως δεν βρισκόταν καν στη διαδήλωση εκείνη την ημέρα, αλλά στον Διόνυσο όπου εργαζόταν προσθέτοντας «Συλλυπητήρια στους συγγενείς των θυμάτων. Θα ήθελα να βρεθούν οι πραγματικοί ένοχοι»
Το έγκλημα της Marfin παραμένει ατιμώρητο.














































