.Παραμονὴ τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων. Δεκαετίες πίσω. Στὴν ὁμώνυμη ἐκκλησία τῆς Πλάκας Κερατέας. Μεσοκαλόκαιρο. Βάπe ἔ μάδe! (Μεγάλη ζέστη!) λένε καὶ ξαναλένε οἱ πολυπληθεῖς Κερατιῶτες προσκυνητὲς ποὺ ἔχουν καταφθάσει γιὰ τὸν ἑσπερινό.
Πιὸ πέρα παρέες μὲ Πλακιῶτες. Καὶ κάτι λίγοι Λαυρειῶτες. Ὅλοι ἀναζητοῦν τὴ δροσιὰ κάτω ἀπὸ τὰ πεῦκα καὶ συζητοῦν γιὰ τὸν αἰφνίδιο χαμό τοῦ Κατσίκη, ποὺ εἶχε τὸ ταβερνάκι στὸ πεῦκο. Αὐτὴ τὴ χρονιὰ δὲν θὰ γίνει πανηγύρι μὲ ὄργανα.
Ὁ κόσμος ἦταν λιγοστὸς ἀκόμα τότε κι ὅλοι συμμετεῖχαν στὴ χαρὰ ἢ τὴ λύπη τοῦ ἄλλου. Μόνο θρησκευτικὲς τελετὲς στὴν ἐκκλησία. Μὲ τὸν Βαγγέλη τὸν καλόγερο – μπότα θυμιάμα τe κeσς ἰ ζίθι Βαγγέλη (νὰ ἁγιάσει τὸ χῶμα σοῦ καϋμένε Βαγγέλη) – καθόμαστε καὶ γράφουμε τὰ ὀνόματα γιὰ νὰ μνημονευθοῦν στὴν Ἀρτοκλασία καὶ τὴν Θεία Λειτουργία. Σὲ δυὸ στῆλες, «Ὑπὲρ Ὑγείας» ἡ μία, «Ὑπὲρ Ἀναπαύσεως» ἡ ἄλλη. Οἱ γιαγιάδες οἱ Κερατιώτισσες μνημονεύουν γενιὲς πολλὲς πίσω, ὅπως τό ‘χουν συνήθειο. Πλησιάζει μιὰ γριούλα διπλωμένη στὰ δυό.
Δεν την ξέρουμε κι ἀπὸ τὸ ντύσιμο δὲν μοιάζει Κερατιώτισσα. Δὲν φοράει μισοφόρι καὶ ποδιὰ καὶ δένει τὸ μαντήλι στὸ πηγούνι. Σσκλήρα εἶναι, Λαυρειώτισσα. Μᾶς κοιτάζει. Κάτι θέλει νὰ μᾶς πεῖ. Γυρίζει καὶ φεύγει σιωπηλὴ στηριγμένη στὸ ξύλο ποὺ ἔχει γιὰ βακτηρία. «Ὀνόματα ἤθελε νὰ δώσει καὶ δὲν εἶχε λεφτά. Κοίταξε, δὲν μᾶς γνώρισε κι ἔφυγε πάλι. Ντράπηκε.
Ἄϊντε, γράφτην κι αὐτὴν νὰ τὴ μνημονεύσουμε.» μοῦ λέει ὁ Βαγγέλης. «Καὶ πὼς νὰ τὴν γράψω; Σάματις τὴν ξέρω;» τοῦ ἀπήντησα. «Γράψε, Ὑπὲρ τῆς δούλης τοῦ Θεοῦ Συγκυπτούσης. Ξέρει ὁ Θεός. Ἄϊντε, σσκρούανι τe θόνe! (Γράψτη σοῦ λένε!)» Τὴν ἔγραψα. «Ὑπὲρ Ἀναπαύσεως τῆς δούλης Σου Συγκυπτούσης.» Ἤμουν σίγουρος ὅτι ὁ Θεὸς θὰ τὴν ἀνέπαυε ἐν χώρᾳ ζώντων. Ἀρκετὸ ἦταν τὸ βασανιστήριο τῆς ζωῆς της.
Ἄλλη μιὰ βασανισμένη μορφὴ ξεπροβάλλει ἀπὸ τὰ χαμόσπιτα τῆς Γαλλικῆς Ἑταιρείας ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα «Πρεσβυτέριο». Ἕνας παπᾶς ἐξουθενωμένος ἀπὸ τίς συνεχεῖς ἀργίες ποὺ τοῦ ἐπιβάλλει ὁ δεσπότης. Δίκαιες, ἄδικες, ὁ Θεὸς τὸ ξέρει. Ὁ παπᾶς δὲν ἔχει κἂν τὸ κουράγιο νὰ μπεῖ στὴν ἐκκλησία, ἀργὸς καὶ σήμερα ἀκόμα. «Θὰ μὲ φᾶνε ζωντανὸ» μᾶς μουρμουρίζει καὶ χύνεται ἐπάνω σὲ μιὰ ξύλινη καρέκλα. Κουμπώνει στὸν λαιμὸ τὸ ζωστικό του. Τρέμει στὴν ἀποψινὴ συνάντηση μὲ τὸν δεσπότη καὶ μεταδίδει τὸ συναίσθημα στὸ ἐκκλησίασμα. «Νά, ἔτσι φάγανε καὶ τὸν δικό μας τὸν παπᾶ Σταμάτη!» μουρμουράει μιὰ Κερατιώτισσα. Σίναινα. «Τόσα χρόνια τώρα ἀκούσατε νὰ τὸν μνημονεύσουν στὴ Λειτουργία καμμιὰ φορά;» Εἶναι συγγενὴς τοῦ μακαριστοῦ κληρικοῦ κι ἔχει τὸν πόνο της.
Ἡ μεγαλοπρεπὴς ἐμφάνιση τοῦ δεσπότη κόβει κάθε κουβέντα. Βγαίνει ἀπὸ ἕνα πανάκριβο ἁμάξι ποὺ δὲν δένει μὲ τίποτε μὲ τὸ ἀσκητικὸ τοπίο τῆς Πλάκας καὶ περιφέρει τὸ βλέμμα του κοιτάζοντας μας. Ἔχει μαζί του τὸ διάκο του καὶ τοὺς δικούς του παπᾶδες ποὺ τρέχουν νὰ τοῦ φτιάξουν τὸ ἐπανοκαλύμαυχο μὲ φροντίδα καὶ προσοχὴ λὲς καὶ διορθώνουν τὸ ἴδιο τὸ λάθος τῆς ὕπαρξης του…… Καθὼς ὁ ἀέρας τὸ φουσκώνει μοῦ μοιάζει μὲ κόμπρα! «Θεέ μου συγχώραμε», ψιθυρίζω.
Ἱερουργεῖ καὶ κηρύττει. Τὸ ἴδιο κήρυγμα ποὺ λέει τὰ τελευταῖα 20 χρόνια ποὺ μᾶς τὸν φέρανε σὰν δεσπότη. Τὸ ἔχουμε μάθει ἀταβιστικὰ ἀπὸ μνήμης. Ὁ κόσμος δὲν μοιάζει νὰ συμμετέχει. Τελειώνει καὶ φεύγει. Πίσω ἀπὸ τὴ σκόνη τοῦ αὐτοκινήτου του τὸ ἡλιοβασίλεμα μοιάζει νὰ πυρπολεῖ καὶ πάλι τίς βουνοκορφὲς τῆς Πλάκας, ὅπως κάνει αἰῶνες τώρα. Τὰ πεῦκα φλέγονται στὸ φῶς του ἡλιοβασιλέματος καὶ τὰ κυπαρίσσια μοιάζουν λαμπάδες ποὺ ἄναψαν στὴ δόξα τοῦ Κυρίου. Φύσηξε Μαΐστρος ἀπὸ τὸ Θορικὸ κι ἡ ἀτμόσφαιρα δρόσισε. Ὁ κόσμος μαζεύεται μέσα στὴν ἐκκλησία.
Ἀνεβαίνουμε μὲ τὸν Βαγγέλη στὸ ἀναλόγιο κι ἀρχίζουμε τὸν «Πολυέλαιο». Οἱ γυναῖκες σταυροκοπιοῦνται κι ἀνάβουν κεριὰ στὰ μανουάλια. Δειλὰ – δειλὰ ἐμφανίζεται ὁ ἱερέας του ναοῦ. Μᾶς κοιτᾷ. Τοῦ χαμογελᾶμε ἐνθαρρυντικά. Οἱ γυναῖκες σπεύδουν καὶ τοῦ φιλοῦν τὸ χέρι. Τελικὰ τὸ ἀποφασίζει, μπαίνει στὸ ἱερό, φορὰ τὸ πετραχήλι καὶ βάζει «Εὐλογητός». Ἡ ἀργία του αὐτὴ τὴ νύχτα δὲν θὰ ἰσχύσει! Θέλημα λαοῦ!
Τὸ ποίμνιο ξύπνησε. Ἡ ἀγρυπνία τῶν Ἁγίων Ἀναργύρων ἔχει ξεκινήσει. Θὰ περατωθεῖ τὸ πρωὶ μὲ τὴ θεία Λειτουργία. Ὁ κόσμος μοιάζει νὰ ἔχει βρεῖ τοὺς κανονικούς του ρυθμούς.
Φωτογραφία: Ἡ ταβέρνα τοῦ Κατσίκη στὸ πεῦκο τῆς Πλάκας
Ἡ φωτογραφία ἀνήκει στὸ ἀρχεῖο τοῦ περιοδικοῦ Κεραταία Πόλις.
Κωνσταντινος Τσοπανης



















































