Πάνω από 80 περιφερειακά τηλεοπτικά κανάλια που εκπέμπουν σήμερα σε 13 Περιφερειακές Ζώνες της χώρας εισέρχονται σε ένα εντελώς νέο νομικό και λειτουργικό περιβάλλον.
Το νομοσχέδιο για την περιφερειακή τηλεόραση που έχει εισαχθεί προς συζήτηση στη Βουλή από τον Υφυπουργό στον Πρωθυπουργό και Κυβερνητικό Εκπρόσωπο, Παύλο Μαρινάκη, επιχειρεί να ρυθμίσει οριστικά ένα τοπίο που παρέμενε σε εκκρεμότητα για σχεδόν τρεις δεκαετίες, επιβάλλοντας συγκεκριμένες προϋποθέσεις βιωσιμότητας και ελέγχου.
Σχολιάζοντας την τρέχουσα κατάσταση και τη σημασία της νέας ρύθμισης, ο Γενικός Γραμματέας Επικοινωνίας και Ενημέρωσης, Δημήτρης Κιρμικίρογλου, επισημαίνει στο ΑΠΕ:
«Επί 28 σχεδόν χρόνια, τα περιφερειακά τηλεοπτικά κανάλια της χώρας λειτουργούν υπό καθεστώς “νόμιμης λειτουργίας” που στην πραγματικότητα συντηρεί μια διαρκή προσωρινότητα: Σταθμοί “μπαίνουν” καθημερινά στα σπίτια εκατομμυρίων πολιτών, μεταδίνουν ειδήσεις. Κι όμως δεν έχουν ποτέ αποκτήσει οριστική άδεια ούτε υπόκεινται σε συστηματικό έλεγχο. Σήμερα λειτουργούν πάνω από 80 περιφερειακοί σταθμοί σε 13 Περιφερειακές Ζώνες. Το νομοσχέδιο που συζητείται αυτές τις ημέρες στη Βουλή έρχεται να κλείσει αυτή την εκκρεμότητα, και είναι, κατά τη γνώμη μου, μια από τις πιο ουσιαστικές θεσμικές τομές για την δημοκρατία».
Κατάργηση των δημοπρασιών και ενίσχυση του ΕΣΡ
Η βασικότερη αλλαγή του νέου πλαισίου εντοπίζεται στην κατάργηση του συστήματος των πλειοδοτικών διαγωνισμών. Αντί για τη λογική της δημοπρασίας, θεσπίζεται ένα σταθερό ετήσιο τέλος εποπτείας, το οποίο θα υπολογίζεται κλιμακωτά με βάση τα πληθυσμιακά δεδομένα της κάθε ζώνης εκπομπής.
Παράλληλα, ο ρόλος του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) αναβαθμίζεται δομικά. Η στελέχωση του οργανισμού αυξάνεται κατά 62%, με το προσωπικό να επεκτείνεται από τα 57 στα 92 άτομα, προκειμένου να μπορεί να ανταποκριθεί στον αποκλειστικό έλεγχο των φακέλων.
Η διαδικασία της αδειοδότησης θα εξελιχθεί σε δύο στάδια. Στο πρώτο επίπεδο, το ΕΣΡ θα εξετάζει την τήρηση των αντικειμενικών κριτηρίων, όπως η φορολογική και ασφαλιστική ενημερότητα, η διαφάνεια των ιδιοκτητών, η ποιότητα των εγκαταστάσεων και ο ελάχιστος απαιτούμενος αριθμός δημοσιογράφων και τεχνικών. Η συγκριτική μοριοδότηση του δεύτερου σταδίου θα ενεργοποιείται αποκλειστικά στην περίπτωση που οι αιτήσεις ξεπερνούν τη διαθέσιμη χωρητικότητα του φάσματος.
Οι δικλίδες ασφαλείας και η μετάβαση σε υψηλή ευκρίνεια
Το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι ο αριθμός των αδειών που θα εκδοθούν ανά ζώνη δεν μπορεί να υπολείπεται του αριθμού των σταθμών που λειτουργούν ήδη νόμιμα εκεί. Οι άδειες θα έχουν δεκαετή διάρκεια, ενώ οι ενδιαφερόμενοι θα έχουν περιθώριο τουλάχιστον 60 ημερών για την υποβολή των αιτήσεών τους από την ψήφιση του νόμου. Σε περίπτωση αρχικής απόρριψης, παρέχεται δεύτερη ευκαιρία επανυποβολής εντός τριμήνου, χωρίς να διακοπεί η εκπομπή του σταθμού.
Ταυτόχρονα, καθίσταται υποχρεωτική η μετάβαση όλων των τηλεοπτικών προγραμμάτων σε ποιότητα υψηλής ευκρίνειας (HD). Για την κάλυψη αυτού του κόστους, η Πολιτεία έχει προβλέψει τριετή επιδότηση της εκπομπής μέσω σχετικής νομοθετικής ρύθμισης.
Όπως εξηγεί ο Δημήτρης Κιρμικίρογλου, η απουσία ξεκάθαρων κανόνων δημιουργούσε συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού στην αγορά:
«Η εκκρεμότητα, ένα ανοιχτό επί δεκαετίες ζήτημα, δεν είναι ουδέτερη. Η απουσία σαφούς πλαισίου δεν σήμαινε “ελευθερία”, αλλά ένα τοπίο αρρύθμιστο, όπου οι υγιείς επιχειρήσεις, εκείνες που τηρούν το νόμο, καταβάλουν φόρους και εισφορές, σέβονται τους εργαζομένους, βρίσκονταν σε σκληρό και άνισο ανταγωνισμό, απέναντι σε “σταθμούς-φαντάσματα” που εκμεταλλεύονταν, χωρίς ανάλογη συμμόρφωση με τις υποχρεώσεις τους, τον σπάνιο δημόσιο πόρο των συχνοτήτων. Η οριστική αδειοδότηση, εκτός από συνταγματική επιταγή, είναι πράξη δικαιοσύνης απέναντι σε όσους λειτούργησαν σωστά μέσα στην αβεβαιότητα».
Η ευρωπαϊκή εναρμόνιση και η αποδοχή του κλάδου
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία αποτελεί το τρίτο κατά σειρά νομοθέτημα για τον χώρο των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, ακολουθώντας τη δημιουργία των Μητρώων Έντυπου και Ηλεκτρονικού Τύπου, καθώς και το νέο πλαίσιο για τη λειτουργία της ΕΡΤ. Μεταξύ άλλων, εναρμονίζεται με τον Ευρωπαϊκό Νόμο για την Ελευθερία των Μέσων (EMFA), εισάγοντας μια εθνική βάση δεδομένων για την ιδιοκτησία των ΜΜΕ.
Σύμφωνα με τον Γενικό Γραμματέα, η αποδοχή της ρύθμισης είναι κοινή τόσο από την πλευρά των ιδιοκτητών όσο και από τις δημοσιογραφικές ενώσεις:
«Ιδιαίτερη σημασία έχει για εμάς η ευρεία, θετική υποδοχή του νομοσχεδίου από τους ίδιους τους φορείς, και μάλιστα από δύο πλευρές οι θέσει των οποίων δεν συμπίπτουν πάντοτε: Τους ιδιοκτήτες των περιφερειακών σταθμών και τις Δημοσιογραφικές Ενώσεις. Και οι δύο χαρακτήρισαν τη ρύθμιση ιστορική. Οι Σταθμοί, γιατί δίνει επιτέλους λύση σε ένα πρόβλημα δεκαετιών.
Οι Δημοσιογραφικές Ενώσεις, γιατί το κείμενο του νόμου διασφαλίζει θέσεις εργασίας, μέσω του ελάχιστου αριθμού εργαζομένων και δημοσιογράφων ανά σταθμό, και κατοχυρώνει την παραγωγή ουσιαστικού δημοσιογραφικού περιεχομένου, ως προϋπόθεση για τη λειτουργία των σταθμών. Η σύγκλιση αυτή δεν προέκυψε τυχαία: είναι αποτέλεσμα της διαβούλευσης που προηγήθηκε και της ενσωμάτωσης των παρατηρήσεων των εμπλεκόμενων κατά την επεξεργασία του νομοσχεδίου. Πάνω από όλα, αποτυπώνει μια κοινή διαπίστωση: Ότι σταματά επιτέλους ένα χρόνιο καθεστώς ομηρίας και η μεταρρύθμιση πατά σε στέρεο έδαφος».
Ολοκληρώνοντας την τοποθέτησή του, ο κ. Κιρμικίρογλου υπογραμμίζει τον κοινωνικό ρόλο των τοπικών σταθμών:
«Η περιφερειακή τηλεόραση δεν είναι απλώς κομμάτι της αγοράς. Είναι θεσμός της δημοκρατίας και της θωράκισης της σε επίπεδο τοπικής κοινωνίας. Η φωνή κοινωνιών που αλλιώς θα κινδύνευαν να γίνουν “έρημοι ενημέρωσης” ακούγεται, με ουσιαστική διαφάνεια.
Σε μια εποχή που η παραπληροφόρηση εξαπλώνεται ταχύτατα, η ύπαρξη ισχυρών, διαφανών και αξιόπιστων τοπικών Μέσων είναι συστατικό της δημοκρατικής μας ανθεκτικότητας. Το να βγάλουμε επιτέλους τα κανάλια από την “προσωρινότητα” είναι επένδυση στην ποιότητα της ενημέρωσης και στην εμπιστοσύνη του πολίτη. Εμπιστοσύνη την οποία η Πολιτεία υπηρετεί, όταν θέτει κανόνες».
















































