Ρεύμα: Ο καύσωνας ανεβάζει τις τιμές – Τρίτη στην ΕΕ η Ελλάδα στη χρήση air condition

Με τα air condition να δουλεύουν πλέον σχεδόν ασταμάτητα σε σπίτια, γραφεία, καταστήματα και δημόσιες υπηρεσίες, ο καύσωνας δεν ανεβάζει μόνο τη θερμοκρασία, αλλά και τη ζήτηση για ρεύμα. Η Ευρώπη βιώνει τις τελευταίες εβδομάδες ένα ακόμη θερμό τεστ αντοχής για τις αγορές ενέργειας, με τις τιμές χονδρικής να κινούνται ανοδικά σε πολλές χώρες και την πίεση να μεταφέρεται σταδιακά προς την ανατολική πλευρά της ηπείρου. Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη μέσα σε αυτή τη ζώνη αυξημένης επιφυλακής, χωρίς προς το παρόν να καταγράφεται ακραίο ενεργειακό «ντόμινο», αλλά με την αγορά να παρακολουθεί στενά την πορεία της ζήτησης όσο ο υδράργυρος παραμένει ψηλά.


Η εξίσωση του καλοκαιριού είναι πλέον πιο απαιτητική από ό,τι στο παρελθόν. Όσο οι θερμοκρασίες ανεβαίνουν, τόσο αυξάνονται τα φορτία στο σύστημα, καθώς η ψύξη γίνεται βασική καθημερινή ανάγκη για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Την ίδια στιγμή, η ζέστη δεν πιέζει μόνο την κατανάλωση, αλλά και την παραγωγή: μονάδες ηλεκτροπαραγωγής, δίκτυα και διασυνδέσεις καλούνται να λειτουργήσουν σε δυσμενέστερες συνθήκες, ενώ σε ορισμένες ευρωπαϊκές αγορές οι υψηλές θερμοκρασίες έχουν ήδη περιορίσει διαθέσιμη ισχύ. Έτσι, ο καύσωνας περνά γρήγορα από τα θερμόμετρα στους πίνακες της χονδρεμπορικής αγοράς.

Τα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι η αυξημένη χρήση των κλιματιστικών δεν είναι πια μια συγκυριακή καλοκαιρινή εικόνα, αλλά μια βαθύτερη μεταβολή στον τρόπο με τον οποίο καταναλώνουν ενέργεια τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά. Στην ΕΕ, η τελική κατανάλωση ενέργειας των νοικοκυριών για ψύξη έφτασε το 2024 τις 80,4 χιλιάδες terajoules, από 40,5 χιλιάδες terajoules το 2018. Μέσα σε έξι χρόνια, δηλαδή, η κατανάλωση για οικιακή ψύξη σχεδόν διπλασιάστηκε, με την άνοδο να είναι σχεδόν συνεχής, πέρα από τις μικρές μειώσεις που καταγράφηκαν το 2020 και το 2023.

Η ψύξη αποκτά ολοένα μεγαλύτερο βάρος στο ελληνικό ενεργειακό ισοζύγιο

Για την Ελλάδα, το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερο βάρος. Η χώρα καταγράφει την τρίτη υψηλότερη συνολική κατανάλωση ενέργειας για ψύξη στα νοικοκυριά μεταξύ των κρατών-μελών της ΕΕ, με 11,9 χιλιάδες terajoules το 2024. Μπροστά της βρίσκονται μόνο η Ιταλία, με 26,3 χιλιάδες terajoules, και η Ισπανία, με 14,3 χιλιάδες terajoules. Ακόμη πιο χαρακτηριστικό είναι ότι στην Ελλάδα η ψύξη αντιστοιχεί πλέον στο 7,4% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης των νοικοκυριών, ποσοστό αισθητά υψηλότερο από την Ισπανία, όπου διαμορφώνεται στο 2,5%, και την Ιταλία, όπου περιορίζεται στο 2,3%.

Η εικόνα αυτή εξηγεί γιατί κάθε παρατεταμένο κύμα ζέστης αποκτά πλέον άμεση ενεργειακή διάσταση. Όταν τα κλιματιστικά μπαίνουν μαζικά σε λειτουργία, η ζήτηση αυξάνεται γρήγορα και το σύστημα καλείται να ανταποκριθεί σε υψηλότερα φορτία. Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Ελλάδα. Σε μια Ευρώπη με διασυνδεδεμένες αγορές, η πίεση σε μία χώρα μπορεί να επηρεάσει και τις γειτονικές, καθώς οι ανάγκες καλύπτονται μέσα από εισαγωγές, εξαγωγές και διασυνοριακές ροές ηλεκτρικής ενέργειας. Όταν όμως η ζέστη καλύπτει ταυτόχρονα μεγάλο μέρος της ηπείρου, τα διαθέσιμα περιθώρια στενεύουν.

Ήδη οι τιμές χονδρικής δείχνουν την κατεύθυνση της αγοράς. Στην Ελλάδα, η μέση τιμή εκκαθάρισης της αγοράς διαμορφώνεται στα 117,81 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 103,50 ευρώ ανά μεγαβατώρα μία ημέρα νωρίτερα, με τη μέγιστη τιμή να φτάνει τα 169,20 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Πρόκειται για κίνηση που αποτυπώνει την αυξημένη ζήτηση, αλλά και την επιφυλακτικότητα της αγοράς μπροστά σε ένα θερμότερο και πιο απαιτητικό περιβάλλον.

Ήδη οι τιμές χονδρικής επιβεβαιώνουν ότι η αγορά παραμένει σε ανοδική τροχιά όσο ο καύσωνας επεκτείνεται στην Ευρώπη. Στην Ελλάδα, η μέση Τιμή Εκκαθάρισης της Αγοράς (MCP) για τις 9 Ιουλίου διαμορφώνεται στα 120,01 ευρώ ανά μεγαβατώρα, έναντι 117,81 ευρώ/MWh την προηγούμενη ημέρα, σημειώνοντας ημερήσια αύξηση 1,88%. Η ανώτατη τιμή της ημέρας φθάνει τα 223,18 ευρώ/MWh, από 169,20 ευρώ/MWh μία ημέρα νωρίτερα, αποτυπώνοντας τις αυξημένες πιέσεις που καταγράφονται στις ώρες αιχμής της ζήτησης.

Στο μείγμα ηλεκτροπαραγωγής, οι ΑΠΕ καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος, με 88.314 MWh και μερίδιο 44,48%, ενώ ακολουθεί το φυσικό αέριο με 70.145 MWh και 35,33%. Οι εισαγωγές ανέρχονται σε 17.347 MWh, καλύπτοντας 8,74%, τα μεγάλα υδροηλεκτρικά σε 12.676 MWh με 6,38%, ενώ ο λιγνίτης συμμετέχει με 7.919 MWh και 3,99%. Μικρότερη είναι η συμβολή των ΑΠΕ Κρήτης, με 1.094 MWh και 0,55%, και της αποθήκευσης, με 1.045 MWh και 0,53%.

Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στις υπόλοιπες ευρωπαϊκές αγορές, με τις τιμές να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα καθώς ο καύσωνας μεταφέρεται προς τη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η Αυστρία διαμορφώνεται στα 123,04 ευρώ/MWh, από 122,24 ευρώ/MWh την προηγούμενη ημέρα, το Βέλγιο στα 137,06 ευρώ/MWh, από 125,58 ευρώ/MWh, η Γαλλία στα 110,34 ευρώ/MWh, από 93,34 ευρώ/MWh, η Γερμανία στα 124,21 ευρώ/MWh, από 98,96 ευρώ/MWh, και η Ολλανδία στα 130,05 ευρώ/MWh, από 112,44 ευρώ/MWh. Στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, η Βουλγαρία διαμορφώνεται στα 119,92 ευρώ/MWh, η Ρουμανία στα 119,97 ευρώ/MWh, ενώ στην Ιταλία, όπου η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη είναι η υψηλότερη στην Ευρωπαϊκή Ένωση σε απόλυτα μεγέθη, η τιμή διαμορφώνεται στα 153,73 ευρώ/MWh, από 146,43 ευρώ/MWh μία ημέρα νωρίτερα.

Η πίεση δεν αφορά μόνο τη ζήτηση. Οι υψηλές θερμοκρασίες μπορούν να επηρεάσουν και την πλευρά της προσφοράς, ιδίως όταν πλήττουν κρίσιμες μονάδες παραγωγής ή περιορίζουν τη δυνατότητα ψύξης θερμικών και πυρηνικών σταθμών. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του πυρηνικού σταθμού Paks στην Ουγγαρία, ισχύος 2 GW, ο οποίος υποχρεώθηκε να μειώσει την παραγωγή του λόγω της υπερθέρμανσης του Δούναβη, που χρησιμοποιείται για την ψύξη της μονάδας. Αντίστοιχες πιέσεις έχουν καταγραφεί και στη Γαλλία, όπου οι καύσωνες επηρεάζουν συχνά τη διαθεσιμότητα μέρους του πυρηνικού στόλου.

Πάντως, το ελληνικό σύστημα βρίσκεται σε αυξημένη επιφυλακή. Ο ΑΔΜΗΕ καλείται να διατηρήσει την ευστάθεια του συστήματος σε συνθήκες αυξημένης κατανάλωσης και μεταβαλλόμενων ροών στην ευρύτερη περιοχή, ενώ ο ΔΕΔΔΗΕ παρακολουθεί την αντοχή του δικτύου διανομής, το οποίο δοκιμάζεται ιδιαίτερα όταν η ζήτηση κορυφώνεται σε ώρες μεγάλης θερμικής καταπόνησης. Το στοίχημα δεν είναι μόνο να καλυφθεί η ζήτηση, αλλά να αποφευχθούν τοπικές βλάβες, υπερφορτώσεις ή διακοπές που μπορούν να προκύψουν όταν η χρήση των κλιματιστικών συμπίπτει με παρατεταμένη ζέστη.

Το νέο ενεργειακό καλοκαίρι της Ευρώπης δείχνει, τελικά, ότι ο καύσωνας δεν είναι πια μόνο μετεωρολογικό γεγονός. Είναι παράγοντας αγοράς, τεστ αντοχής για τις υποδομές και δείκτης του πόσο γρήγορα αλλάζει η κατανάλωση. Για την Ελλάδα, η ψύξη έχει ήδη σημαντικό βάρος στην οικιακή ενεργειακή ζήτηση, κάθε θερμό κύμα αποκτά διπλή σημασία: πιέζει άμεσα το ηλεκτρικό σύστημα και ταυτόχρονα υπενθυμίζει ότι η προσαρμογή των δικτύων, της αγοράς και της ενεργειακής πολιτικής στις νέες κλιματικές συνθήκες δεν είναι πλέον ζήτημα μέλλοντος, αλλά καθημερινή ανάγκη.

iefimerida.gr

Δείτε τις ειδήσεις από την Ανατολική Αττική και όλη την Ελλάδα και όλο τον κόσμο στο irafina.gr.
Κάντε like στη σελίδα του irafina.gr στο Facebook
Ακολούθηστε το irafina.gr στο Twitter

© 2022 - iRafina. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.

© 2022 - iRafina. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.