«Στην πραγματική ζωή δε θα υπάρχω. Θα υπάρχω μόνο, όσο διαρκεί η παράσταση»…
Υπάρχουν ηθοποιοί που κατακτούν το κοινό μέσα από πρωταγωνιστικούς ρόλους και λαμπερές εμφανίσεις. Και υπάρχουν εκείνοι που, ακόμη κι όταν περνούν για λίγα λεπτά από την οθόνη, αφήνουν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους.
Η Σαπφώ Νοταρά ανήκε αναμφίβολα στη δεύτερη κατηγορία. Με τη χαρακτηριστική βραχνή φωνή, την εκφραστική φυσιογνωμία και ένα σπάνιο υποκριτικό ένστικτο, κατάφερε να μετατρέψει τους δευτεραγωνιστικούς ρόλους σε μικρά αριστουργήματα και να χαραχτεί στη συλλογική μνήμη του ελληνικού κοινού.
Πίσω όμως από τις θρυλικές ατάκες και το κωμικό της ταλέντο κρυβόταν μια γυναίκα με βαθιά καλλιέργεια, θεατρική παιδεία και μια ζωή γεμάτη αντιθέσεις.
Δείτε αυτή τη δημοσίευση στο Instagram.
Η δημοσίευση κοινοποιήθηκε από το χρήστη Actors House (@actorshouse_official)
Από το Ηράκλειο στις θεατρικές σκηνές
Η Σαπφώ Χανδάνου, όπως ήταν το πραγματικό της όνομα, γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης το 1910. Από νωρίς έδειξε την κλίση της στις τέχνες και ακολούθησε συστηματικές σπουδές, αποφοιτώντας με άριστα από τη Δραματική Σχολή του Πειραϊκού Συνδέσμου. Παράλληλα παρακολούθησε μαθήματα ρυθμικής και κλασικού χορού, στοιχεία που αποκαλύπτουν μια πλευρά της άγνωστη στο ευρύ κοινό.
Όσοι τη γνώρισαν στα νεανικά της χρόνια μιλούσαν για μια γυναίκα με χάρη, κομψότητα και έντονη σκηνική παρουσία. Το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Νοταρά» το δανείστηκε από τον δρόμο όπου βρισκόταν η δραματική σχολή της, χωρίς να φαντάζεται ότι το όνομα αυτό θα γινόταν συνώνυμο μιας ολόκληρης εποχής του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου.
Η ηθοποιός που δεν χωρούσε σε στερεότυπα
Πολύ πριν γίνει γνωστή από τον κινηματογράφο, η Νοταρά είχε ήδη διαγράψει σημαντική θεατρική πορεία. Συνεργάστηκε με μερικούς από τους σημαντικότερους θιάσους της εποχής και ανέλαβε ρόλους που εκτείνονταν από το κλασικό ρεπερτόριο έως το σύγχρονο δράμα.
Η ίδια δεν ήταν απλώς μια κωμική περσόνα, όπως συχνά τη θυμάται το κοινό. Είχε την ικανότητα να υπηρετεί με την ίδια πειστικότητα τόσο το λαϊκό θέατρο όσο και τα απαιτητικά δραματικά έργα. Αυτή η ευρύτητα ερμηνείας ήταν που την έκανε ιδιαίτερα αγαπητή στους συναδέλφους της και περιζήτητη στους θιάσους.
Η «αγριοφωνάρα» που κατέκτησε την Ελλάδα
Η μεγάλη αναγνωρισιμότητα ήρθε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 μέσα από το ραδιόφωνο. Στο δημοφιλές σίριαλ «Ημερολόγιο ενός θυρωρού» του Κώστα Πρετεντέρη, η Νοταρά ενσάρκωσε την αποτυχημένη πριμαντόνα Κλημεντίνη Περπερίδου και γνώρισε έναν προσωπικό θρίαμβο.
Η βραχνή, επιβλητική φωνή της έγινε το σήμα κατατεθέν της. Εκείνο που αρχικά θα μπορούσε να θεωρηθεί ιδιαιτερότητα μετατράπηκε στο μεγαλύτερο καλλιτεχνικό της όπλο. Η φωνή αυτή δεν προκαλούσε απλώς γέλιο. Κουβαλούσε ειρωνεία, θεατρικότητα, συγκίνηση και μια σπάνια αίσθηση αυθεντικότητας.

Οι μικροί ρόλοι που έγιναν αθάνατοι
Στον κινηματογράφο δεν υπήρξε ποτέ η κλασική πρωταγωνίστρια. Κι όμως, κατάφερε κάτι ίσως δυσκολότερο: να κλέβει την παράσταση μέσα σε λίγες μόνο σκηνές.
Από τη «Συνοικία το όνειρο» μέχρι τη «Χαρτοπαίχτρα», το «Δημήτρη μου, Δημήτρη μου» και το «Αχ! Αυτή η γυναίκα μου», η παρουσία της ήταν πάντοτε αναγνωρίσιμη. Οι ατάκες της πέρασαν στη λαϊκή κουλτούρα και επαναλαμβάνονται μέχρι σήμερα, δεκαετίες μετά τον θάνατό της.
Η Νοταρά απέδειξε ότι η διάρκεια ενός ρόλου δεν καθορίζει την αξία του. Με ένα βλέμμα, μια κίνηση ή μια φράση μπορούσε να δημιουργήσει έναν ολοκληρωμένο χαρακτήρα που έμενε αξέχαστος.
Πραγματοποίησε την πρώτη της κινηματογραφική εμφάνιση το 1951 στην ταινία «Η Λύκαινα» της Μαρίας Πλυτά, ενώ η συνεργασία της με την Φίνος Φιλμ ξεκίνησε το 1958 με την ταινία «Η Κυρά μας η Μαμή». Γύρισε συνολικά 31 ταινίες. Τελευταία της κινηματογραφική εμφάνιση ήταν το 1970 στην ταινία «Έμπαινε Μανωλιό», ενώ κύκνειο άσμα της στο θεατρικό σανίδι, αποτέλεσε η συνεργασία της με τον Μάνο Χατζιδάκι, το 1981, στο έργο «Πορνογραφία».

Ο έρωτας με νεαρό αντάρτη, η πρόταση γάμου από τον Τσαρούχη και το φιλί του Χορν
Η Σαπφώ Νοταρά ανήκε σε εκείνη τη γενιά ηθοποιών που ο κινηματογράφος γνώρισε όταν πλέον είχαν αφήσει πίσω τους τα νεανικά τους χρόνια. Έτσι, η εικόνα της νεαρής Σαπφώς δεν αποτυπώθηκε ποτέ στον φακό. Όσοι όμως τη γνώρισαν τότε περιέγραφαν μια γυναίκα με έντονη προσωπικότητα, ξεχωριστή γοητεία και καλλίγραμμη κορμοστασιά, στοιχεία που την έκαναν ιδιαίτερα δημοφιλή.
Στην προσωπική της ζωή γνώρισε έρωτες και δέχθηκε προτάσεις γάμου, χωρίς όμως να δημιουργήσει ποτέ τη δική της οικογένεια.
Η γοητεία της ωστόσο δεν περνούσε απαρατήρητη. Κατά τη διάρκεια περιοδείας στην Αλεξάνδρεια, ένας εύπορος βιομήχανος φέρεται να την ερωτεύτηκε παράφορα και να της ζήτησε να τον παντρευτεί. Εκείνη, ωστόσο, δεν εντυπωσιάστηκε ούτε από την οικονομική του επιφάνεια ούτε από τις υποσχέσεις που τη συνόδευαν και απέρριψε την πρότασή του.
Ανάμεσα στους ανθρώπους που γοητεύτηκαν από τη Σαπφώ Νοταρά ήταν και ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης. Σύμφωνα με αφηγήσεις της εποχής, ο Τσαρούχης τής εξέφρασε τα αισθήματά του και της πρότεινε να παντρευτούν. Εκείνη, ωστόσο, δεν πήρε στα σοβαρά την πρόταση, θεωρώντας πιθανώς ότι επρόκειτο για αστείο ή κάποια καλοστημένη φάρσα από φίλους και συναδέλφους τους, και την απέρριψε.
Χρόνια αργότερα, οι δυο τους θυμήθηκαν το περιστατικό με διάθεση χιουμοριστική. Ο Τσαρούχης φέρεται να της είπε πως είχε κάνει λάθος που δεν δέχθηκε την πρότασή του, ενώ η Νοταρά τού απάντησε με τον δικό της χαρακτηριστικό τρόπο: «Σοβαρολογούσες Γιάννη; Γιατί τότε δεν επανήλθες;».
Αξιοσημείωτη και η αδυναμία που είχε στον Δημήτρη Χορν κι όταν κάποτε στα γυρίσματα στο κυριακάτικο ξύπνημα εκείνος -στο πλαίσιο ενός στοιχήματος με συναδέλφους- της χάρισε ένα φιλί στο στόμα, η ευαίσθητη ηθοποιός λιποθύμησε από συγκίνηση.
Σύμφωνα με αφηγήσεις ανθρώπων που γνώριζαν τη ζωή της, η άρνησή της να δεσμευτεί ίσως συνδεόταν με έναν μεγάλο έρωτα που είχε σημαδέψει τα νεανικά της χρόνια. Λέγεται ότι ήταν ερωτευμένη με έναν αντάρτη, τα ίχνη του οποίου χάθηκαν όταν εκείνος βγήκε στο βουνό κατά τα ταραγμένα χρόνια της εποχής, αφήνοντας πίσω του ένα κεφάλαιο που έμεινε για πάντα ανολοκλήρωτο στη ζωή της.

Ένας άνθρωπος δύσκολος, ευαίσθητος και μοναχικός
Πίσω από τη σκηνική της δύναμη κρυβόταν ένας χαρακτήρας σύνθετος. Άνθρωποι που τη γνώρισαν μιλούσαν για μια γυναίκα εσωστρεφή, συχνά δύσκολη στις σχέσεις της, αλλά βαθιά ευαίσθητη.
Με τα χρόνια απομακρύνθηκε από τα φώτα της δημοσιότητας και οι δημόσιες εμφανίσεις της έγιναν όλο και πιο σπάνιες. Παρά την καλλιτεχνική της προσφορά, δεν γνώρισε την οικονομική ασφάλεια που ίσως θα άξιζε σε μια τόσο σημαντική ηθοποιό. Τα τελευταία χρόνια της ζωής της τα πέρασε σχεδόν απομονωμένη, αντιμετωπίζοντας προβλήματα υγείας και οικονομικές δυσκολίες.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής της είχε επιλέξει να κάνει παρέα μόνο με λίγους ανθρώπους, όπως με τον Κώστα Ταχτσή και τον Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος εκπλήρωσε και το μεγάλο της όνειρο, να παίξει σε αρχαία τραγωδία, στην παράσταση «Τρωάδες» που ανέβασε στο θέατρο της οδού Καπλανών, το 1977, με συμπρωταγωνίστρια τη Σμάρω Στεφανίδου.
Μάλιστα, ο Τσαρούχης ήθελε να ανεβάσει και μια θεατρική παράσταση με πρωταγωνίστρια τη Νοταρά, αλλά η ηθοποιός λόγω της μεγάλης της ηλικίας, δεν ήταν σε θέση να αποστηθίσει πολλά λόγια. Επίσης, περνούσε πολύ χρόνο μέσα στο σπίτι της διαβάζοντας βιβλία.
Το πικρό μοναχικό φινάλε μιας μεγάλης διαδρομής
Η κατάληξη της ζωής της μοιάζει τραγικά αντίθετη με την αγάπη που της χάρισε το κοινό. Ζούσε μόνη σε ένα μικρό διαμέρισμα το νοίκι του οποίου πλήρωνε ένας θαυμαστής της, μακριά από τη λάμψη που κάποτε τη συνόδευε.
Στις 11 Ιουνίου του 1985 πέθανε από καρδιακή προσβολή μέσα στο σπίτι που έμενε τα τελευταία χρόνια, στην πλατεία Κουμουνδούρου και δύο μέρες αργότερα βρέθηκε νεκρή από περίοικους. Το γεγονός συγκλόνισε τον καλλιτεχνικό κόσμο και φώτισε μια σκληρή πραγματικότητα: πόσο εύκολα η κοινωνία ξεχνά ακόμη και τους ανθρώπους που τη διασκέδασαν και τη συγκίνησαν.

Η κληρονομιά μιας ανεπανάληπτης μορφής
Σαράντα και πλέον χρόνια μετά τον θάνατό της, η Σαπφώ Νοταρά παραμένει μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φυσιογνωμίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Όχι μόνο για τις ατάκες ή τη χαρακτηριστική φωνή της, αλλά γιατί εκπροσώπησε μια ολόκληρη γενιά ηθοποιών που στήριξαν το ελληνικό θέατρο και σινεμά με αφοσίωση και αυθεντικότητα.
Η ιστορία της είναι η ιστορία μιας γυναίκας που διέθετε πολύ περισσότερα από το στερεότυπο της «κωμικής γεροντοκόρης» που της απέδωσε η οθόνη. Ήταν μια μορφωμένη καλλιτέχνιδα, μια ηθοποιός με σπάνια εκφραστικά μέσα και ένας άνθρωπος γεμάτος αντιφάσεις.
Και ίσως γι’ αυτό παραμένει τόσο γοητευτική: γιατί πίσω από τη θρυλική «αγριοφωνάρα» κρυβόταν μια προσωπικότητα πολύ πιο βαθιά, πολύ πιο σύνθετη και πολύ πιο ανθρώπινη από όσο φαντάζεται κανείς με την πρώτη ματιά.
flash.gr
















































