Αν με ρωτούσε κάποιος ποια ήταν η πιο όμορφη μέρα των παιδικών μου χρόνων, δεν θα μπορούσα να του απαντήσω. Όχι γιατί δεν θυμάμαι. Αλλά γιατί σχεδόν όλες οι καλοκαιρινές μέρες στη Ραφήνα έμοιαζαν μεταξύ τους. Και όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, είχαν κάτι μαγικό.
Τα καλοκαίρια τότε τα περνούσα στη Ραφήνα, στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς μου. Οι γονείς μου δούλευαν και η γιαγιά με τον παππού είχαν αναλάβει την πιο όμορφη «αποστολή»: να μεγαλώνουν ένα παιδί που περίμενε πώς και πώς να τελειώσει το σχολείο για να ζήσει τρεις ολόκληρους μήνες ελευθερίας.
Η μέρα άρχιζε πάντα σχεδόν την ίδια ώρα. Κατά τις εννιά, το πολύ εννιάμιση. Ξυπνητήρια δεν υπήρχαν. Με ξυπνούσε η μυρωδιά από το πρωινό που ετοίμαζε η γιαγιά μου. Ένα αυγό, ένα ποτήρι γάλα, καμιά φορά μια μπανάνα. Αργότερα, όταν μεγάλωσα λίγο, προστέθηκε και η μεγάλη πολυτέλεια της εποχής. Ένας λουκουμάς, που τον μοιραζόμασταν οι δυο μας και μου φαινόταν πιο νόστιμος από οποιοδήποτε πρωινό του κόσμου.
Δεν υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Το μαγιό φοριόταν σχεδόν πάνω από τις πιτζάμες, η πετσέτα έμπαινε στον ώμο και η παρέα περίμενε ήδη στον δρόμο. Στα πρώτα μου χρόνια προορισμός ήταν ο Άγιος Νικόλαος. Αργότερα, καθώς μεγαλώναμε και νιώθαμε… πιο μεγάλοι απ’ όσο πραγματικά ήμασταν, μετακομίσαμε στο Μπλε Λιμανάκι.
Το μπάνιο κρατούσε ώρες. Δεν κοιτούσαμε ρολόγια. Δεν υπήρχαν κινητά για να μας ψάχνουν κάθε λίγο οι γονείς μας. Υπήρχε μόνο η θάλασσα, οι βουτιές, τα παιχνίδια στα βράχια και εκείνη η ανεμελιά που μόνο ένα παιδί μπορεί να νιώσει. Επιστρέφαμε στο σπίτι κατάκοποι, με το αλάτι ακόμη στα μαλλιά και τον ήλιο ζωγραφισμένο στα πρόσωπά μας.
Η γιαγιά είχε ήδη στρώσει το τραπέζι. Το φαγητό ήταν πάντα έτοιμο, πάντα νόστιμο και πάντα μαγειρεμένο με εκείνη την αγάπη που μόνο οι γιαγιάδες ξέρουν να βάζουν σε μια κατσαρόλα. Μετά ερχόταν η… υποχρεωτική ξεκούραση. Εγώ, βέβαια, δεν κοιμόμουν σχεδόν ποτέ. Ξάπλωνα με έναν Λουκυ Λουκ, έναν Ποπάι ή έναν Σεραφίνο στα χέρια και ταξίδευα σε άλλους κόσμους μέχρι να περάσει η ώρα.
Στις πέντε ακριβώς δεν χρειαζόταν να μου πει κανείς τίποτα. Τα ποδοσφαιρικά παπούτσια είχαν ήδη φορεθεί και το ραντεβού ήταν στο προαύλιο του σχολείου. Εκεί παίζαμε μπάλα μέχρι να πέσει ο ήλιος. Κι όταν κουραζόμασταν, εφευρίσκαμε άλλα παιχνίδια. Στήναμε τους δικούς μας… Ολυμπιακούς Αγώνες. Τρέχαμε γύρω από το τετράγωνο, κάναμε σφαιροβολία με πέτρες, ρίχναμε ακόντιο με ένα ξύλο που βρίσκαμε πρόχειρο και στο τέλος στήναμε ένα φιλέ για βόλεϊ, όπου αγόρια και κορίτσια γινόμασταν μία μεγάλη παρέα.
Κι όταν έπεφτε το σκοτάδι, η μέρα δεν είχε τελειώσει. Είχε ακόμη το καλύτερο κομμάτι της. Άλλοτε πηγαίναμε σινεμά στο Αελλώ, άλλοτε στο Ακτή, καμιά φορά και στο Άστρον. Θυμάμαι πως μου άρεσε να κάθομαι στις πρώτες σειρές, σχεδόν κάτω από τη γιγάντια οθόνη. Νόμιζα ότι ήμουν μέσα στην ταινία.
Κι αν δεν είχε σινεμά, υπήρχε πάντα το λιμάνι. Εκεί όπου περπατούσαμε μέχρι αργά, λέγοντας ιστορίες, συζητώντας ατέλειωτα για ποδόσφαιρο, βάζοντας στοιχήματα για το ποιος θα πάρει το πρωτάθλημα και κάνοντας όνειρα που τότε μας φαίνονταν τεράστια.
Δεν ξέρω αν εκείνα τα καλοκαίρια ήταν πραγματικά καλύτερα από τα σημερινά. Ξέρω όμως ότι ήταν πιο απλά. Και ίσως γι’ αυτό να ήταν τόσο όμορφα.
Η ευτυχία τότε δεν ήθελε πολλά. Χωρούσε σε μια πετσέτα, σε μια μπάλα, σε ένα περιοδικό Lucky Luke, σε έναν θερινό κινηματογράφο και σε μια παρέα που έδινε κάθε μέρα το ίδιο ραντεβού, χωρίς τηλέφωνα, χωρίς μηνύματα, χωρίς κοινωνικά δίκτυα.
Και όσο μεγαλώνω, τόσο περισσότερο συνειδητοποιώ πως ίσως τελικά να μη μου λείπουν μόνο εκείνα τα καλοκαίρια.
Ίσως να μου λείπει λίγο κι εκείνο το παιδί που τα ζούσε.
- Ο Βαγγέλης Ιωάννου είναι δημοσιογράφος, μέλος της Ένωσης Συντακτών

















































