Την επαναφορά της συζήτησης για τον ΦΠΑ στην εστίαση και την κατάργηση του ΕΦΚ στον καφέ ζητά η ΠΟΕΣΕ, με επιστολή της προς τον πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη, θέτοντας ζήτημα φορολογικής ανταγωνιστικότητας για έναν από τους μεγαλύτερους κλάδους της ελληνικής οικονομίας.
Η Πανελλήνια Ομοσπονδία Εστιατορικών και Συναφών Επαγγελμάτων συνδέει ευθέως τον ΦΠΑ και τον ΕΦΚ με το κόστος λειτουργίας των επιχειρήσεων, υποστηρίζοντας ότι η εστίαση εξακολουθεί να λειτουργεί το 2026 με φορολογικά βάρη που διαμορφώθηκαν στην περίοδο των μνημονίων και δεν έχουν προσαρμοστεί στα σημερινά δεδομένα της οικονομίας.
Αφορμή για την παρέμβαση της ΠΟΕΣΕ αποτέλεσε η κυβερνητική αποτίμηση με το μήνυμα «Το είπαμε, το κάναμε». Η Ομοσπονδία επισημαίνει ότι στο πεδίο της εστίασης υπάρχει μία βασική προεκλογική δέσμευση του 2019 που, όπως αναφέρει, δεν έχει υλοποιηθεί. Πρόκειται για τη δέσμευση περί σταδιακής μετάβασης σε δύο βασικούς συντελεστές ΦΠΑ, 22% και 11%, με την εστίαση να παρουσιάζεται τότε ως παράδειγμα φορολογικής πολιτικής που μπορεί να μειώσει τους συντελεστές χωρίς να προκαλέσει απώλεια εσόδων.
Στην επιστολή γίνεται ειδική αναφορά στις δημόσιες τοποθετήσεις της περιόδου εκείνης, σύμφωνα με τις οποίες η μείωση του ΦΠΑ στην εστίαση το 2013-2014 είχε δείξει ότι το μέτρο δεν οδήγησε σε δημοσιονομικό κενό, παρά τις αντίθετες προβλέψεις. Η ΠΟΕΣΕ υποστηρίζει ότι, αντί να ακολουθηθεί η κατεύθυνση της μόνιμης αποκλιμάκωσης των συντελεστών, από το 2024 σημαντικό μέρος της εστίασης επέστρεψε στον συντελεστή 24%.
Κατά την Ομοσπονδία, η εξέλιξη αυτή σημαίνει ότι ο κλάδος συνεχίζει να επιβαρύνεται με τους υψηλότερους φορολογικούς συντελεστές των τελευταίων 35 ετών. Σημειώνει ότι από το 1992 έως το 2011 η εστίαση παρέμενε αποκλειστικά σε μειωμένους συντελεστές ΦΠΑ, από 8% έως 13%, καθώς αναγνωριζόταν η συμβολή της στην απασχόληση, στον τουρισμό, στην περιφερειακή οικονομία και στα δημόσια έσοδα.
Η αύξηση των συντελεστών στο 23% και στη συνέχεια στο 24% αποδίδεται από την ΠΟΕΣΕ στην περίοδο των μνημονίων και αντιμετωπίζεται ως έκτακτο δημοσιονομικό μέτρο, το οποίο όμως παραμένει σε ισχύ παρά την έξοδο της χώρας από το μνημονιακό καθεστώς. Η Ομοσπονδία υποστηρίζει ότι η δημοσιονομική υπεραπόδοση και η σημερινή κατάσταση της οικονομίας δημιουργούν πλέον περιθώριο για στοχευμένες μειώσεις φόρων.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το αίτημα για κατάργηση του ΕΦΚ στον καφέ. Η ΠΟΕΣΕ χαρακτηρίζει τον ΕΦΚ έναν καθαρά μνημονιακό φόρο, ο οποίος επιβαρύνει ταυτόχρονα τις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές. Ιδιαίτερη έμφαση δίνει στο γεγονός ότι ο καφές επιβαρύνεται και με Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και με ΦΠΑ 13%, δημιουργώντας διπλή φορολογική επιβάρυνση σε ένα προϊόν καθημερινής κατανάλωσης.
Η Ομοσπονδία περιγράφει μια αγορά που πιέζεται από πολλές πλευρές. Επικαλούμενη στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, κάνει λόγο για 15 συνεχόμενους μήνες μείωσης του κύκλου εργασιών στην εστίαση, ενώ αναφέρει ότι το συνολικό λειτουργικό κόστος έχει αυξηθεί περίπου κατά 40%. Στις πιέσεις προστίθενται οι αυξημένες τιμές των πρώτων υλών, καθώς και η άνοδος του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους, η οποία, όπως σημειώνει, κινείται ταχύτερα από την ελάφρυνση που προκύπτει από τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών.
Οι προτάσεις της ΠΟΕΣΕ κινούνται σε τέσσερις άξονες. Πρώτον, ζητεί τη μόνιμη καθιέρωση ενιαίου ΦΠΑ 13% σε όλη την εστίαση, με εξαίρεση τα αλκοολούχα ποτά. Παράλληλα, προτείνει την πιλοτική εφαρμογή συντελεστή 6% για το πρώτο εξάμηνο του 2027, ώστε να αξιολογηθεί στην πράξη η επίδραση μιας πιο χαμηλής φορολογικής επιβάρυνσης στην αγορά.
Δεύτερον, ζητεί την πλήρη κατάργηση του ΕΦΚ στον καφέ, με το επιχείρημα ότι πρόκειται για φόρο που επιβλήθηκε σε διαφορετικές δημοσιονομικές συνθήκες και πλέον λειτουργεί ως πρόσθετο βάρος στην τελική τιμή.
Τρίτον, ζητεί την εξαίρεση του delivery, των τηλεφωνικών παραγγελιών, των ηλεκτρονικών παραγγελιών και των συναλλαγών μέσω ψηφιακών πλατφορμών από τον φόρο παρεπιδημούντων 0,5% ή 0,75%, καθώς οι συγκεκριμένες υπηρεσίες, όπως υποστηρίζει, δεν συνδέονται με επιτόπια κατανάλωση ούτε με χρήση δημοτικών υποδομών.
Τέταρτον, η ΠΟΕΣΕ ζητεί να καταργηθούν οι ασφαλιστικές εισφορές στις προσαυξήσεις για εργασία Κυριακές, αργίες και νυχτερινές ώρες. Η Ομοσπονδία υποστηρίζει ότι στην εστίαση η εργασία σε αυτές τις ώρες δεν αποτελεί εξαίρεση αλλά βασικό χαρακτηριστικό λειτουργίας των επιχειρήσεων, άρα η επιβάρυνση των προσαυξήσεων αυξάνει το μη μισθολογικό κόστος σε έναν κλάδο που λειτουργεί με εκτεταμένα ωράρια.
Η ΠΟΕΣΕ καταλήγει ότι η ελληνική εστίαση δεν ζητά ειδική μεταχείριση, αλλά ένα φορολογικό πλαίσιο πιο κοντά σε αυτό που εφαρμόζεται σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η εστίαση εντάσσεται συχνά σε μειωμένους συντελεστές. Το αίτημα, όπως το θέτει, αφορά τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να συγκρατήσουν τιμές, να διατηρήσουν θέσεις εργασίας και να αντέξουν το αυξημένο λειτουργικό κόστος.
newsit.gr


















































