Σχεδόν έναν καθαρό κατώτατο μισθό για έτοιμο φαγητό ξοδεύουν οι Έλληνες: Στα 770 ευρώ φθάνει η μέση ετήσια δαπάνη

Μόνιμη θέση στον οικογενειακό προϋπολογισμό φαίνεται ότι έχει αποκτήσει το έτοιμο φαγητό, καθώς ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά στη χώρα μας καταφεύγουν σε γεύματα που δεν απαιτούν μαγείρεμα και πολύωρη προετοιμασία στην κουζίνα. Το ποσό που δαπανάται σε ετήσια βάση μόνο αμελητέο δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, καθώς προσεγγίζει τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές ενός εργαζομένου που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό. Ειδικότερα, η μέση ετήσια δαπάνη των ελληνικών νοικοκυριών για την αγορά έτοιμου φαγητού υπολογίζεται στα 770 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 14,79 ευρώ την εβδομάδα. Η συγκεκριμένη κατηγορία δαπανών περιλαμβάνει πλέον πολύ περισσότερα από μια πίτσα, ένα σουβλάκι ή μια παραγγελία από κάποιο εστιατόριο, καθώς τα τελευταία χρόνια έχει διευρυνθεί σημαντικά το φάσμα των διαθέσιμων επιλογών.


Στο νέο αυτό τοπίο πρωταγωνιστικό ρόλο δεν έχουν μόνο τα ψητοπωλεία, οι πιτσαρίες και τα καταστήματα εστίασης που πραγματοποιούν διανομή στο σπίτι. Οι μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ έχουν ενισχύσει αισθητά την παρουσία τους στην αγορά έτοιμου φαγητού, προσφέροντας από γρήγορα σνακ, σάντουιτς, σαλάτες και προϊόντα σφολιάτας μέχρι ολοκληρωμένα πιάτα που θυμίζουν την παραδοσιακή οικιακή κουζίνα. Παστίτσιο, μουσακάς, γεμιστά, όσπρια, λαδερά και ψητά κρέατα βρίσκονται πλέον στις βιτρίνες πολλών καταστημάτων και απευθύνονται κυρίως σε εργαζομένους, φοιτητές, άτομα που ζουν μόνα τους, αλλά και οικογένειες που αναζητούν μια γρήγορη και σχετικά οικονομική λύση για το καθημερινό τραπέζι.

Η ανάπτυξη αυτής της αγοράς συνδέεται άμεσα με τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στον τρόπο ζωής των καταναλωτών μετά την πανδημία. Κατά την περίοδο των περιοριστικών μέτρων και της παραμονής στο σπίτι, μεγάλο μέρος του πληθυσμού στράφηκε ξανά στη μαγειρική, είτε από ανάγκη είτε επειδή υπήρχε περισσότερος διαθέσιμος χρόνος. Οι κουζίνες των σπιτιών χρησιμοποιήθηκαν περισσότερο, οι καταναλωτές πειραματίστηκαν με νέες συνταγές και το σπιτικό φαγητό επανήλθε δυναμικά στην καθημερινότητα. Με την επιστροφή, ωστόσο, στους κανονικούς ρυθμούς εργασίας, στις καθημερινές μετακινήσεις και στις αυξημένες επαγγελματικές και οικογενειακές υποχρεώσεις, ο χρόνος για μαγείρεμα περιορίστηκε και πάλι. Για πολλούς εργαζομένους, η προετοιμασία ενός πλήρους γεύματος μετά το τέλος μιας απαιτητικής ημέρας θεωρείται πλέον δύσκολη ή ακόμη και πρακτικά αδύνατη.

Την ίδια στιγμή, η σχέση των νεότερων ηλικιών με τη μαγειρική φαίνεται να είναι περισσότερο περιορισμένη σε σύγκριση με προηγούμενες γενιές. Ένα μέρος των νέων δεν διαθέτει την απαιτούμενη εμπειρία, δεν έχει εξοικειωθεί με την καθημερινή προετοιμασία φαγητού ή απλώς δεν θεωρεί ότι αξίζει να αφιερώσει χρόνο στην κουζίνα, ιδιαίτερα όταν πρόκειται να μαγειρέψει μόνο για ένα άτομο. Η ευκολία της παραγγελίας, η μεγάλη ποικιλία των διαθέσιμων γευμάτων και η δυνατότητα άμεσης σύγκρισης διαφορετικών καταστημάτων έχουν ενισχύσει ακόμη περισσότερο αυτή την τάση. Έτσι, το έτοιμο φαγητό δεν αποτελεί πλέον μόνο μια περιστασιακή επιλογή για το Σαββατοκύριακο, αλλά εντάσσεται όλο και συχνότερα στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα των καταναλωτών.

Καθοριστική όμως είναι και η συμβολή των ηλεκτρονικών πλατφορμών παραγγελιοληψίας και διανομής, όπως η efood, η Wolt και το BOX. Οι συγκεκριμένες υπηρεσίες άλλαξαν σε μεγάλο βαθμό τον τρόπο με τον οποίο οι καταναλωτές επιλέγουν και αγοράζουν φαγητό, καθώς η διαδικασία μπορεί να ολοκληρωθεί μέσα σε λίγα λεπτά από ένα κινητό τηλέφωνο. Η δυνατότητα παρακολούθησης της παραγγελίας, η αποθήκευση προηγούμενων επιλογών, οι αξιολογήσεις των καταστημάτων και οι κατά καιρούς προσφορές διευκόλυναν την καθημερινή χρήση των εφαρμογών. Παράλληλα, όμως, η άνοδος των τιμών στην εστίαση, οι χρεώσεις διανομής και οι επιβαρύνσεις που συνδέονται με τη λειτουργία των πλατφορμών έχουν αυξήσει το τελικό κόστος για τον πελάτη, στρέφοντας ένα μέρος του κοινού σε άλλες, φθηνότερες λύσεις.

Η μεγάλη στροφή προς τα σούπερ μάρκετ

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα ευρήματα της έρευνας του ΙΕΛΚΑ (Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών), σύμφωνα με τα οποία την τελευταία δεκαετία έχει αλλάξει σημαντικά το σημείο από το οποίο προμηθεύονται οι καταναλωτές το έτοιμο φαγητό τους. Το ποσοστό όσων δηλώνουν ότι δεν αγοράζουν καθόλου έτοιμο φαγητό έχει μειωθεί στο 39%, από 45% που ήταν το 2016. Η υποχώρηση αυτή δείχνει ότι μέσα σε λίγα χρόνια η συγκεκριμένη καταναλωτική συνήθεια έχει διευρυνθεί και έχει αγγίξει μεγαλύτερο τμήμα του πληθυσμού, ακόμη και ανθρώπους που στο παρελθόν επέλεγαν σχεδόν αποκλειστικά το σπιτικό μαγείρεμα.

Η πιο χαρακτηριστική μεταβολή, ωστόσο, εντοπίζεται στην ενίσχυση των σούπερ μάρκετ. Το 29% των καταναλωτών δηλώνει ότι αγοράζει έτοιμο φαγητό από σούπερ μάρκετ, όταν το αντίστοιχο ποσοστό το 2016 δεν ξεπερνούσε το 16%. Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική άνοδο, η οποία αποτυπώνει τις επενδύσεις των μεγάλων αλυσίδων σε αυτή την κατηγορία προϊόντων, αλλά και την αλλαγή στη στάση των πελατών. Ο καταναλωτής μπορεί πλέον να πραγματοποιήσει τις αγορές του για το σπίτι και, στην ίδια επίσκεψη, να προμηθευτεί ένα ζεστό ή κρύο γεύμα για άμεση κατανάλωση, χωρίς να χρειαστεί να απευθυνθεί σε διαφορετικό κατάστημα ή να πληρώσει έξοδα διανομής.

Αντίθετα, το ποσοστό όσων παραγγέλνουν φαγητό για παράδοση στο σπίτι, είτε τηλεφωνικά είτε ηλεκτρονικά, διαμορφώνεται στο 28%, έναντι 37% το 2016. Η πτώση δεν σημαίνει απαραίτητα ότι το delivery έχει χάσει τον κεντρικό ρόλο του στην καθημερινότητα, αλλά υποδηλώνει ότι οι καταναλωτές μοιράζουν πλέον τις αγορές τους μεταξύ περισσότερων διαθέσιμων καναλιών. Η παραγγελία από ένα εστιατόριο εξακολουθεί να αποτελεί δημοφιλή επιλογή, ωστόσο η συχνή χρήση της μπορεί να επιβαρύνει σημαντικά τον μηνιαίο προϋπολογισμό, ιδιαίτερα όταν στην αρχική τιμή του φαγητού προστίθενται έξοδα διανομής, ελάχιστη αξία παραγγελίας ή άλλες χρεώσεις.

Η οικονομική διάσταση φαίνεται να αποτελεί έναν από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους τα σούπερ μάρκετ κερδίζουν έδαφος. Τα έτοιμα γεύματα που πωλούνται μέσα από τα καταστήματα λιανικής είναι συχνά φθηνότερα από αντίστοιχες επιλογές σε ένα εστιατόριο, ενώ ο πελάτης δεν επιβαρύνεται με το κόστος της μεταφοράς. Παράλληλα, οι προμήθειες που καταβάλλουν τα συνεργαζόμενα καταστήματα στις ηλεκτρονικές πλατφόρμες μπορεί να ενσωματώνονται, άμεσα ή έμμεσα, στην τελική τιμή των προϊόντων. Σε μια περίοδο κατά την οποία το διαθέσιμο εισόδημα πιέζεται από το αυξημένο κόστος ζωής, ακόμη και μικρές διαφορές στην τιμή μπορούν να καθορίσουν την τελική επιλογή του καταναλωτή.

Οι επενδύσεις των αλυσίδων και η νέα αγορά των έτοιμων γευμάτων

Η αυξανόμενη ζήτηση έχει οδηγήσει τις επιχειρήσεις λιανικής σε σημαντικές κινήσεις και επενδύσεις. Χαρακτηριστική είναι η επιλογή της Σκλαβενίτης να ενισχύσει την παρουσία της στον συγκεκριμένο τομέα, τόσο μέσα από την ανάπτυξη της αλυσίδας «Σκλαβενίτης Food to Go» όσο και μέσω της επένδυσης στη Μαγούλα για τη δημιουργία μονάδας παραγωγής έτοιμων γευμάτων. Πλέον οι μεγάλες αλυσίδες δεν αντιμετωπίζουν το έτοιμο φαγητό ως μια συμπληρωματική δραστηριότητα, αλλά ως μια αγορά με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης και σταθερή ζήτηση τα επόμενα χρόνια.

Τα καταστήματα που εξειδικεύονται σε γεύματα άμεσης κατανάλωσης προσελκύουν εργαζομένους κατά τη διάρκεια του μεσημεριανού διαλείμματος, καταναλωτές που επιστρέφουν στο σπίτι αργά το απόγευμα και ανθρώπους που θέλουν να αποφύγουν τόσο τη διαδικασία του μαγειρέματος όσο και το υψηλότερο κόστος μιας παραγγελίας. Με τον τρόπο αυτό, τα σούπερ μάρκετ επιχειρούν να καλύψουν το κενό ανάμεσα στο σπιτικό φαγητό και στην κλασική εστίαση, προτείνοντας γεύματα που προβάλλονται ως οικονομικά, γρήγορα και περισσότερο κοντά στις ελληνικές διατροφικές συνήθειες.

Ανάμεσα στα προϊόντα που επιλέγονται συχνότερα βρίσκεται το ψητό κοτόπουλο, το οποίο έχει εδώ και χρόνια καθιερωθεί ως μία από τις πιο αναγνωρίσιμες προτάσεις έτοιμου φαγητού στα σούπερ μάρκετ. Σημαντική παραμένει η ζήτηση για σφολιατοειδή, πίτες, έτοιμες σαλάτες και σάντουιτς, τα οποία καλύπτουν κυρίως την ανάγκη για ένα γρήγορο πρωινό ή μεσημεριανό γεύμα. Παράλληλα, όμως, οι καταναλωτές αναζητούν ολοένα και περισσότερο μαγειρευτά πιάτα που μπορούν να υποκαταστήσουν το φαγητό της κατσαρόλας, όπως παστίτσιο, μουσακά, γεμιστά και διάφορα λαδερά. Η ποικιλία αυτή επιτρέπει στις αλυσίδες να απευθύνονται όχι μόνο σε όσους θέλουν ένα πρόχειρο γεύμα, αλλά και σε εκείνους που αναζητούν κάτι πιο ολοκληρωμένο και κοντά στη λογική του οικογενειακού τραπεζιού.

Ο χρόνος παραμένει ο βασικός παράγοντας

Η έλλειψη διαθέσιμου χρόνου αποτελεί τη σημαντικότερη αιτία αγοράς έτοιμου φαγητού. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το 41% των καταναλωτών αναφέρει ότι καταφεύγει σε αυτή την επιλογή όταν δεν προλαβαίνει να μαγειρέψει. Το εύρημα αυτό επιβεβαιώνει ότι η αγορά δεν αναπτύσσεται μόνο λόγω της ποικιλίας ή της γεύσης των προϊόντων, αλλά κυρίως επειδή καλύπτει μια πρακτική ανάγκη. Για μεγάλο μέρος του πληθυσμού, το έτοιμο γεύμα λειτουργεί ως λύση ανάγκης τις ημέρες κατά τις οποίες οι επαγγελματικές υποχρεώσεις, οι μετακινήσεις ή η φροντίδα της οικογένειας δεν αφήνουν περιθώριο για προετοιμασία φαγητού.

Ένα ποσοστό 12% δηλώνει ότι επιλέγει έτοιμο φαγητό επειδή επιθυμεί πρόσβαση σε ειδικές διατροφικές επιλογές ή σε κουζίνες που δύσκολα θα προετοίμαζε στο σπίτι. Σε αυτή την κατηγορία μπορούν να ενταχθούν πιάτα ξένων εθνικών κουζινών, αλλά και γεύματα που ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες διατροφικές συνήθειες. Παράλληλα, το 8% των καταναλωτών εκτιμά ότι δεν είναι οικονομικά συμφέρον να μαγειρεύει για λίγα άτομα. Η αγορά των απαραίτητων υλικών, η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας και ο χρόνος προετοιμασίας μπορεί να καθιστούν ένα έτοιμο γεύμα πιο πρακτική επιλογή, κυρίως για όσους ζουν μόνοι ή για νοικοκυριά με ένα ή δύο μέλη.

Παρά τη μεγάλη ανάπτυξη της αγοράς, πάντως, η αντίληψη των καταναλωτών για την ποιότητα του έτοιμου φαγητού παραμένει επιφυλακτική. Η πλειονότητα εξακολουθεί να θεωρεί ότι το σπιτικό γεύμα υπερέχει τόσο ως προς τη διατροφική του αξία όσο και ως προς τη συνολική ποιότητα. Οκτώ στους δέκα καταναλωτές πιστεύουν ότι το έτοιμο φαγητό δεν είναι εξίσου υγιεινό με εκείνο που μαγειρεύεται στο σπίτι, ενώ μόλις το 7% υποστηρίζει ότι είναι πιο νόστιμο από το σπιτικό. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι οι πολίτες δεν στρέφονται απαραίτητα στα έτοιμα γεύματα επειδή τα θεωρούν ανώτερα, αλλά επειδή εξυπηρετούν τις απαιτήσεις μιας πιεστικής καθημερινότητας.

Διαμορφώνεται, επομένως, μια εμφανής αντίφαση στη συμπεριφορά των καταναλωτών. Από τη μία πλευρά, το σπιτικό φαγητό εξακολουθεί να αποτελεί το πρότυπο της πιο υγιεινής, οικονομικής και ποιοτικής διατροφής. Από την άλλη, οι συνθήκες ζωής οδηγούν όλο και περισσότερους στην αγορά έτοιμων γευμάτων, ακόμη και όταν γνωρίζουν ή θεωρούν ότι αυτά υπολείπονται διατροφικά. Περίπου τρεις στους δέκα παραγγέλνουν επειδή δεν έχουν τον χρόνο να μαγειρέψουν, επιβεβαιώνοντας ότι η ευκολία και η ταχύτητα συχνά υπερισχύουν της πρόθεσης για καθημερινό σπιτικό φαγητό.

newsbeast.gr

Δείτε τις ειδήσεις από την Ανατολική Αττική και όλη την Ελλάδα και όλο τον κόσμο στο irafina.gr.
Κάντε like στη σελίδα του irafina.gr στο Facebook
Ακολούθηστε το irafina.gr στο Twitter

© 2022 - iRafina. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.

© 2022 - iRafina. Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος.