23 Ιουλίου 2019! Σαν να μην πέρασε μια μέρα…

Αντί νέου κειμένου, αναδημοσιεύω το άρθρο μου στο περιοδικό «Κάπα» της Καθημερινής που δημοσιεύτηκε την πρώτη Κυριακή μετά την καταστροφική φωτιά αλλά γράφτηκε μία μόλις ημέρα μετά την 23η Ιουλίου 2018. Σήμερα είναι τόσο επίκαιρο…

Τι μέρα κι αυτή Θεέ μου!

Η ώρα είναι πέντε. Σε λίγο ξημερώνει μια νέα μέρα. Μόλις γύρισα σπίτι, αλλά δεν μπορώ να ηρεμήσω, ούτε να κλείσω μάτι. Όχι μόνο εγώ όπως διαπίστωσα λίγο αργότερα, σχεδόν όλοι. Πως θα μπορούσαμε άλλωστε…

Όλα όσα έζησα μέσα σε λίγες ώρες, που ποτέ δεν είχα ζήσει, πέρασαν σε κλάσματα δευτερολέπτου από μπροστά μου. Η εικόνα από κοντά τραγική. Αυτό όμως που δεν περιγράφεται, είναι η αποτυπωμένη εικόνα στο βλέμμα των ανθρώπων, από τη συμφορά. Χάθηκαν ανθρώπινες ζωές, γειτονιές, φίλοι, άγνωστοι.

Στην αρχή ψάχναμε να βρούμε λεπτομέρειες για μια φωτιά στα σύνορα Πεντέλης και Ραφήνας. Μέχρι να μάθουμε που, πως και γιατί, σκάει μήνυμα στο inbox: «Έκκληση για βοήθεια από τον Νέο Βουτζά». Μα καλά η φωτιά είχε αντίθετη φορά. «Βρε Νίκο είσαι σίγουρος;», τον ρωτάω. «Καιγόμαστε σου λέω, η φωτιά έρχεται κατά πάνω μας».
Αυτό ήταν. Μαύροι καπνοί είχαν ζώσει τα σωθικά μας. Να φυσάει διαβολεμένα. Ούτε παράθυρο να ανοίξεις δεν σ αφήνει αυτός ο αγέρας.

«Βαγγέλη σώσε μας, πάρε κάποιον τηλέφωνο τακαψε όλα η φωτιά». Πάλι ο Νίκος! Τι να κάνω… Εκκενώνουν σπίτια στη Διασταύρωση, η φωτιά πέρασε σαν άνεμος από την Λ. Μαραθώνος. Μέσα σε λίγα λεπτά: Μάτι, Κόκκινο Λιμανάκι, Μπλε, Άγιος Νικόλας, Σκουφεϊκα». Αμάν τι γίνεται ρε παιδιά. Μας περικυκλώνει από παντού. Με ζώνουν τα φίδια.

«Ναι μαμά, ηρέμησε. Κλείστα όλα, αφού έχεις πρόβλημα και δεν μπορείς να αναπνεύσεις, κάτσε μέσα στο σπίτι». Η γυναίκα μου πήρε το λάστιχο να καταβρέξει. «Ώχ η Μαρία με τον Νίκο τον παιδικό μου φίλο είναι στο Μάτι, στο σπίτι που πρόσφατα αγόρασαν. Πάρτους τηλέφωνο». «Το σήκωσε, “καιγόμαστε” μου είπε η Μαρία και τοκλεισε».

Φίλοι, γνωστοί, συγγενείς. Τηλέφωνα από παντού. «Τι γίνεται στη Ραφήνα; Καιγόσαστε;». Σειρήνες σφυρίζουν αδιάκοπα, η καμπάνα της Παντοβασίλισσας χτυπά, κόλαση στους δρόμους. «Το παιδί που είναι, γυρίζει από Αθήνα και ο κεντρικός δρόμος έχει μπλοκάρει. Τους πανε από αλλού». Ένας γείτονας πετάει τη βόμβα: «Έρχομαι από το Κόκκινο Λιμανάκι κι έχει νεκρούς»!

Ευτυχώς ήρθε το παιδί. «Φεύγω, πάω να κάνω ρεπορτάζ. Αν δω τα σκούρα θα γυρίσω πίσω, μην ανησυχείτε». Όλοι στον δρόμο. Αυτοκίνητα; Το χάος. Ο κόσμος στις παραλίες. Παντού απαγορευτικά. «Συνάδελφε, με παίρνει φίλος, δύο ώρες έδινα μάχη με τις φλόγες. Και μένω στη Σάπαρη. Μα καλά πως στην ευχή έφτασε εδώ στο κέντρο της πόλης».

Στο δημαρχείο προσπαθούν να συντονίσουν, μα πρώτα να συντονιστούν. Ο Δήμαρχος με δυό τηλέφωνα στο χέρι, μιλάει ταυτόχρονα με υπουργούς και γραμματείς. Οι σύμβουλοι επί ποδός. Όλοι σε επιφυλακή.

Φεύγω πάω λιμάνι. Φέρνουν κόσμο με τα σκάφη του λιμενικού αλλά και ιδιωτικά. Μια κοπέλα να φωνάζει στο κινητό «Μαμά νερό, μαμά νερό» κι ύστερα να σωριάζεται στην αγκαλιά μιας φίλης της. Ένας πατέρας αγκαλιά με τον γιό του που τρέμει σαν το ψάρι. Γονείς ψάχνουν τα παιδιά τους. Μια γυναίκα την αδελφή της. «Μα πότε θαρθουν;»

Έρχεται το πρώτο. Ένας τραυματίας και όλοι οι άλλοι καλά. Τρόπος του λέγειν καλά. Υγιείς πέστο καλύτερα. Το ΕΚΑΒ, το λιμενικό να δίνουν αγώνα. Να και το δεύτερο. «Μαρία, Νίκο, Αλέξανδρε» πω, πω τι χαρά είναι αυτή. Σώθηκε ο φίλος μου και η οικογένειά του. «Κολυμπήσαμε μέχρι το σκάφος. Ναναι καλά τα παιδιά που ήρθαν και μας έσωσαν. Τα είδαμε όλα. Έχω να σου πω…».

Στο επόμενο όμως; Οι άνδρες του λιμενικού κατεβάζουν μια μαύρη σακούλα. «Παναγία μου». Ένας άνθρωπος νεκρός. Και μετά κι άλλος, κι άλλος… Πότε θα τελειώσει το κακό!!!

Βαγγ. Ιωάννου

Διαβάστε επίσης