Λίγες σκέψεις για την ταινία «Midnight Express» – Όλοι είμαστε φτιαγμένοι από το ίδιο εργοστάσιο

Το “εξπρές του μεσονυκτίου” είναι μία από τις πιο κλασσικές ταινίες του κινηματογράφου και είναι συνώνυμη με την ιστορία του. Όλοι έχουμε ακούσει για αυτήν και ακόμα και όσοι δεν την έχουν παρακολουθήσει, το άκουσμα του τίτλου σίγουρα θα τους θυμίζει κάτι.

Το έργο που μετράει ήδη 42 χρόνια ύπαρξης είναι σε σκηνοθεσία του Άλαν Πάρκερ, του μεγάλου δημιουργού που απεβίωσε πρόσφατα και άφησε κινηματογραφική κληρονομιά με έργα όπως «Ο Μισισιπής καίγεται» και «Ο Δαιμονισμένος Άγγελος», μεταξύ πολλών άλλων. Το σενάριο διασκεύασε ο Όλιβερ Στόουν και βασίζεται στο ομότιτλο αυτοβιογραφικό βιβλίο του Μπίλι Χέιζ ο οποίος είναι και το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας που διηγείται όσα έζησε στις φυλακές της Τουρκίας μετά την σύλληψη του στο αεροδρόμιο, όταν αποπειράθηκε να μεταφέρει δύο κιλά χασίς στην επιστροφή του για την Αμερική.

Τα πραγματικά γεγονότα συνέβησαν στην Κωνσταντινούπολη το 1970 την οποία είχε επισκεφθεί ο νεαρός φοιτητής Μπίλι Χέις και η περιπέτεια του αρχίζει με την σύλληψη του και την μεταφορά του στις φυλακές. Η απόφαση του δικαστηρίου αρχικά όριζε ως ποινή την τετραετή παραμονή του στην φυλακή, ενώ μόλις πενήντα μέρες (!) πριν την φυλάκιση του, ορίστηκε νέα δίκη όπου ανέβασε την ποινή στα τριάντα χρόνια, γεγονός που οδήγησε τον Χέιζ στα όρια της παραφροσύνης.

Επομένως η μόνη του ελπίδα για επιστροφή στην πατρίδα του φάνταζε η απόδραση, όπου στην αργκό της φυλακής μεταφράζεται στην φράση «εξπρές του μεσονυκτίου» απ’ όπου προήλθε και ο τίτλος της ταινίας. Μετά από πέντε χρόνια παραμονής στην φυλακή, ο Χέιζ θα καταφέρει να αποδράσει και να κρυφτεί για τρεις μέρες μέχρι να μπορέσει να περάσει τα σύνορα με την Ελλάδα, όπου θα συλληφθεί από Έλληνες στρατιώτες και θα απελαθεί αργότερα στην χώρα του, δίνοντας τέλος στην περιπέτεια του.

Η ταινία θα παρουσιάσει μια αρκετά διαφορετική εικόνα των γεγονότων και των δυσκολιών που πέρασε ο πρωταγωνιστής στην φυλακή, κάτι που θα παραδεχτεί και ο ίδιος αργότερα, προκαλώντας σημαντικές αντιδράσεις από την τουρκική πλευρά όπου θα απαγορεύσει την προβολή της ταινίας στην χώρα και την άδεια να γυριστεί η ταινία εκεί (εν τέλει τα γυρίσματα θα λάβουν μέρος στην Μάλτα), ενώ τονίζει ότι προκάλεσε τρομερή ζημιά στην εικόνα τους για πολλά χρόνια μετά την κυκλοφορία της ταινίας.

Ο Άλαν Πάρκερ δήλωνε ότι ήθελε να δείξει μια σκληρή πραγματικότητα μέσα στην φυλακή με βία, κακοποίηση, ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, αίμα αλλά πάνω απ’ όλα κατάφορη καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Επίσης, διάψευση υπήρξε και για τις σκηνές όπου ο Χέιζ δαγκώνει την γλώσσα σε καβγά με συγκρατούμενο του και σκοτώνει τον φύλακα για να αποδράσει στο τέλος, δύο πράγματα που δεν συνέβησαν ποτέ και αποτελούν μέρος της μυθοπλασίας.

Μία εκδοχή για την πραγματική έκβαση της ιστορίας είναι ότι μία νύχτα με καταιγίδα στο νησάκι όπου ήταν η φυλακή του Χέιζ, κατάφερε να κλέψει ένα ξύλινο βαρκάκι και να φτάσει στην απέναντι στεριά και στη συνέχεια έβαψε τα ξανθά μαλλιά του μαύρα και αφού πέρασε λίγες ημέρες στην Κωνσταντινούπολη, δραπέτευσε μέσω Εβρου στην Ελλάδα όπου παρέμεινε για τρεις εβδομάδες μέχρι να επιστρέψει στην Αμερική.

Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο ηθοποιός που υποδύθηκε τον Χέιζ, ο Μπραντ Ντέιβις είχε ο ίδιος προβλήματα με τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, φημολογείται ότι δεν κέρδισε το Όσκαρ για την ερμηνεία λόγω αυτών, και απεβίωσε μετά από εσκεμμένη υπερβολική δόση καθώς έπασχε από AIDS, δίνοντας τέρμα στην δραματική προσωπική του ιστορία σε ηλικία μόλις 41 ετών.

Πέρα από το κινηματογραφικό ενδιαφέρον, υπάρχει και το ελληνικό, καθώς στην ταινία συμμετέχουν δύο μορφές του ελληνικού κινηματογράφου, ο Μιχάλης Γιαννάτος και ο Ζαννίνος όπου υποδύονται τον δικαστικό μεταφραστή και τον αστυνομικό διευθυντή αντίστοιχα. Και οι δύο ηθοποιοί είχαν γεννηθεί στην Κωνσταντινούπολη και στην ταινία μιλούν την τουρκική γλώσσα.

Ζαννίνο
Μιχάλης Γιαννάτος

Σημεία κλειδιά για το έργο αποτελούν ο μονόλογος του Μπραντ Ντέιβις ως Χέιζ στην δεύτερη δίκη του στην Τουρκία που ανέβασε την ποινή στα τριάντα χρόνια και η άτυπη συνομιλία που είχε με ένα κρατούμενο, όπου εκείνος του αναλύει σε δύο προτάσεις πώς λειτουργεί ο κόσμος, λέγοντας του ότι όλοι είμαστε φτιαγμένοι από το ίδιο εργοστάσιο και κάποιοι είμαστε χαλασμένες μηχανές. Η διαφορά είναι ότι οι χαλασμένες μηχανές δεν γνωρίζουν ότι είναι χαλασμένες, ενώ οι άλλοι το ξέρουν και πράττουν αναλόγως.

Εν κατακλείδι το «Εξπρές του Μεσονυκτίου» είναι μια κλασσική ταινία που προκάλεσε τον θαυμασμό κινηματογραφικά, ενώ δημιούργησε διαφωνίες και αντιδράσεις μέχρι και διαμαρτυρίες για τον τρόπο που παρουσιάζει ένα έθνος και τις συμπεριφορές των ανθρώπων του με έντονο στοιχείο την αδικία και την εξαθλίωση. Είναι μια ταινία που κάθε φίλος του σινεμά οφείλει να παρακολουθήσει και να αναζητήσει την δική του αλήθεια.

Υ.Γ. ακούστε την εκπληκτική σύνθεση του Τζιόρτζιο Μόροντερ για την ταινία

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο που αφιερώσατε μέχρι εδώ.

Μέχρι την επόμενη φορά αφήστε τις σκέψεις να γίνουν λέξεις και τούμπαλιν.

Χρήστος Ιωάννου