«Capone»: Κρίμα για τον Τομ (Χάρντι) και το κοινό

«Πώς τους πετσόκοψες έτσι;» που λέει και ο Γιώργος Γιαννόπουλος στο «Μικρό Ψάρι» του Γιάννη Οικονομίδη, αλλά αυτή την φορά με την κακή έννοια για τον σκηνοθέτη και σεναριογράφο της ταινίας, Τζος Τρανκ. Ας πάμε, λοιπόν, λίγο κόντρα στην φιλοσοφία να προωθούμε αξιόλογα κατά την προσωπική μας γνώμη έργα, και ας κράξουμε λίγο. Άλλωστε και αυτό χρειάζεται πού και πού, αρκεί, όμως, όπως σε κάθε περίσταση να στηρίζεται σε επιχειρήματα και όχι σε αγνή κακόβουλη χολή.

Το έργο αρχικά είχε τον τίτλο «Fonzo» και όντως θα ταίριαζε πιο πολύ καθώς, όπως τονίζει η γυναίκα του στην ταινία, δεν θέλει να ακούει άλλο πια την προσφώνηση «Αλ» για τον σύζυγο της, προσπαθώντας και η ίδια να αποτάξει το παρελθόν τους και γιατί δεν μας δείχνει καθόλου στην οθόνη την δράση του ως περιβόητου γκάνγκστερ της εποχής. Εστιάζει αποκλειστικά στον τελευταίο χρόνο της ζωής του Αλφόνσο «Αλ» Καπόνε στην βίλα του στο Palm Island της Φλόριντα, όντας «φυλακισμένος» σε σώμα και μυαλό, καθώς έχει χάσει την νοητική και την σωματική του δύναμη και τον έλεγχο πάνω σε αυτά (ή έτσι τουλάχιστον υπονοείται, γιατί και αυτό μας το αφήνει μετέωρο).

Σε γενικές γραμμές είναι μια «φλατ» αφήγηση με μερικά δημιουργικά ξεσπάσματα που αρχικά σε κάνουν να ελπίζεις ότι θα οδηγήσουν κάπου νοηματικά, αλλά αμέσως ο δημιουργός του «εκτελεί» οποιαδήποτε λογική σκέψη και εξήγηση πας να συλλάβεις, όπως έκανε ο Καπόνε στους εχθρούς του με το περίφημο χρυσό πολυβόλο του. Όπως ανέφερα σε προηγούμενο κείμενο, οι ταινίες που βασίζονται σε αληθινά γεγονότα και πρόσωπα ακροβατούν μεταξύ αποθεωτικής επιτυχίας και σκληρής κριτικής και εδώ έχουμε ξεκάθαρα το δεύτερο.

Χαμηλές βαθμολογίες σε κινηματογραφικά σάιτ και σχόλια όπως «είχα χρόνια να σταματήσω ταινία στην μέση» έκαναν αμέσως την εμφάνιση τους στο διαδίκτυο τις πρώτες κιόλας μέρες της κυκλοφορίας της. Ειδικά, για το νεότερο ηλικιακά κοινό που δεν γνωρίζει την ιστορία του Καπόνε, βρίσκεται ξεκρέμαστο μπροστά σε ένα ακαταλαβίστικο ταξίδι στις αναμνήσεις και στην νέα πραγματικότητα που αγωνιά ο πρωταγωνιστής να προσαρμοστεί. Πρόσωπα και γεγονότα πάνε και έρχονται από το παρελθόν στο μυαλό του Καπόνε και το κοινό ταυτίζεται απόλυτα θα μπορούσαμε να πούμε με τον ίδιο, συμβαδίζοντας με την άνοια του προσπαθώντας να αντιληφθεί τι είναι πραγματικό και τι ψευδαίσθηση.

Η μόνη προσαρμογή και πληροφορία που λαμβάνει χώρα στο έργο είναι οι τρεις γραμμές στην αρχή και οι τρεις στο τέλος όπου μας τοποθετούν χρονικά στην ιστορία και μας δίνουν μία ελάχιστη εξήγηση για το παρόν και για το φινάλε του. Κατά τα άλλα, αν δεν υπήρχε και αυτό, θα πηγαίναμε στα τυφλά κρατώντας ένα φακό, αναζητώντας το φως στο τούνελ της υπόθεσης.

Σαν πρότζεκτ, και θα κλείσω με αυτό, είχε όλα τα φόντα να γίνει ένα ενδιαφέρον ταξίδι στο μυαλό μιας προσωπικότητας που στο παρελθόν ηγούνταν του οργανωμένου εγκλήματος, μένοντας στην ιστορία της γκανγκστερικής εποχής και κάνοντας σημείο αναφοράς το όνομα του, ενώ τώρα βυθίζεται μέσα στην νοητική και σωματική παρακμή οδηγώντας τον προς το τέλος της πορείας του, βλέποντας ότι έχει δημιουργήσει να καταρρέει μπροστά του και όλα αυτά για ένα άνθρωπο που έζησε την κυριαρχία του όντας μόλις 26 χρονών και κατέρρευσε σε ηλικία 48 χρονών βιώνοντας μια γρήγορη και ακραία ζωή. Ένα εν δυνάμει μάθημα ότι κανένα έγκλημα δεν μένει ατιμώρητο με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο.

Δυστυχώς για όλους μας, το έργο έμεινε μόνο στο όνομα του Τομ Χάρντι ως «κράχτη» κοινού και στις υποκριτικές ικανότητες του που προσπάθησαν να σώσουν και να δώσουν ένα βάθος στον χαρακτήρα του Καπόνε μέσα από την φωνή, τις κινήσεις, το βλέμμα και όλη την ενέργεια που έχουν τέτοιες προσωπικότητες ακόμα και στην παρακμάζουσα κατάσταση τους, αφήνοντας τον μέσα σε μία αδύναμη και ημιτελή ιστορία χωρίς κανένα στήριγμα.

Για αυτούς που ενδιαφέρονται για την πραγματική ιστορία και την ύπαρξη του Αλ Καπόνε, πρέπει να αναζητήσουν μόνοι τους πληροφορίες ώστε να διαφωτιστούν.

«Αποφθέγματα» του Αλ Καπόνε:

«Ένα χαμόγελο θα σας πάει πολύ μακριά. Ένα χαμόγελο και ένα όπλο όμως ακόμα μακρύτερα».

«Τώρα ξέρω γιατί οι τίγρεις τρώνε τα μικρά τους».

«Όταν πουλάω οινοπνευματώδη αυτό λέγεται λαθρεμπόριο. Όταν οι προστάτες τα σερβίρουν στο Lake Shore Drive, λέγεται φιλοξενία».

«Μπορείς να πας πολύ πιο μακριά με μια καλή κουβέντα και ένα όπλο από ό, τι μπορείς να πας μόνο με μία καλή κουβέντα».

Ακολουθεί η άγνωστη επιστολή προς τον γιό του, από το κελί του Αλκατράζ όπου κρατούνταν, ο διαβόητος γκάγκστερ, στην οποία δείχνει να λυγίζει.

«Μικρέ, συνέχισε τη ζωή σου και μην αφήνεις τίποτα να σε στενοχωρεί. Όταν νιώθεις θλιμμένος, γιε μου, βάλε να ακούσεις τραγούδια από έναν από τους δίσκους που σου έγραψα σχετικά σε προηγούμενο γράμμα μου» γράφει ο Capone και καταλήγει: «Με αγάπη και πολλά φιλιά, ο αγαπημένος σου μπαμπάς Alphonse Capone #85”». Το τελευταίο νούμερο, είναι ο αριθμός κρατουμένου που έφερε στο Αλκατράζ.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο που αφιερώσατε μέχρι εδώ.

Μέχρι την επόμενη φορά αφήστε τις σκέψεις να γίνουν λέξεις και τούμπαλιν.

Χρήστος Ιωάννου