Cinema (Paradiso): Ξεχνάς από επιλογή, θυμάσαι από ανάγκη

Ένας από τους χώρους που επλήγησαν εξαιτίας του κλεισίματος λόγω της εξάπλωσης του κορωνοϊού είναι ο κινηματογράφος. Όσοι επαγγελματίες σχετίζονται με τον χώρο του θεάματος δέχτηκαν ένα σκληρό πλήγμα, καθώς παραστάσεις και προβολές χωρίς κόσμο δεν υφίστανται. Ο καλλιτεχνικός χώρος τραυματίστηκε σοβαρά και θα κάνει μια προσπάθεια να ανακάμψει, καλώντας τον κόσμο να σταθεί στο πλάι του και να δείξει για άλλη μια φορά ότι οι τέχνες είναι βασικό αγαθό στην ζωή του ατόμου γιατί, όπως το σώμα έχει ανάγκη από τροφή για να συνεχίσει να λειτουργεί σωστά, έτσι και ο νους των πολιτών μιας κοινωνίας έχει ανάγκη τους καλλιτέχνες για να συνεχίσει να σκέφτεται, να μαθαίνει, να εξελίσσεται, να αλληλοεπιδρά και να ψυχαγωγείται.

Η πρώτη εβδομάδα του ανοίγματος των κινηματογράφων έδειξε μια θετική διάθεση και ανταπόκριση από το κοινό, καιρού επιτρέποντος πάντα, με τους θερινούς κινηματογράφους να λειτουργούν ξανά, κάποιες εμφανίσεις καλλιτεχνών να οργανώνονται δειλά – δειλά με τα απαραίτητα μέτρα και την νέα τάση των drive-in κινηματογράφων να μεγαλώνει μέρα με τη μέρα και να πραγματοποιείται σε διάφορες πόλεις κυρίως της Αττικής.
Όλα αυτά παραπάνω μου θύμισαν την ιταλική ταινία «Σινεμά ο Παράδεισος» που κυκλοφόρησε το 1988 σε σκηνοθεσία του Τζουζέπε Τορνατόρε και που απευθύνεται σε όλους τους λάτρεις του ρομαντισμού και του κινηματογράφου ως θεσμού.

Εκεί, από την μια πλευρά έχουμε τα τεχνικά θέματα λειτουργίας και προβολής μιας ταινίας στην μεγάλη οθόνη, καθώς το μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας λαμβάνει μέρος στην αίθουσα του σινεμά του χωριού και δη στο δωμάτιο όπου βρίσκονται τα μηχανήματα προβολής των φιλμς και από την άλλη έχουμε τον ανθρώπινο στοιχείο μέσα σε αυτό όπου εξελίσσεται η ιστορία και οι αναμνήσεις της ζωής του πρωταγωνιστή Σαλβατόρε, διάσημου σκηνοθέτη πλέον, από την στιγμή που μαθαίνει, μετά από τηλεφώνημα της μητέρας του, τον θάνατο του φίλου του Αλφρέντο και επιστρέφει αρχικά νοητικά μέσω των αναμνήσεων και αργότερα και σωματικά στον τόπο του για να παρευρεθεί στην κηδεία του φίλου του.

Η υπόθεση, λοιπόν, ξεκινάει με την αναγγελία ενός θανάτου και αποτελεί το έναυσμα στο ταξίδι των παιδικών χρόνων, της εφηβείας μέχρι και την ενηλικίωση του κεντρικού χαρακτήρα της ταινίας, Σαλβατόρε στο μικρό χωριό της Σικελίας όπου μεγάλωσε και έζησε μέχρι να πάρει την απόφαση να φύγει και να μείνει μακριά του για 30 ολόκληρα χρόνια. Ο Σαλβατόρε μεγάλωνε μόνος με την μητέρα του και την αδερφή του, χωρίς τον πατέρα τους, που είχε φύγει για να πολεμήσει στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και από τότε αγνοούνταν η τύχη του. Μοναδική έξοδος για το χωριό αποτελούσε ο κινηματογράφος «Paradiso» όπου μαζεύονταν μικροί και μεγάλοι για να δουν έργα που ενέκρινε ο παπάς του χωριού – χαρακτηριστικά έκοβε όλες τις σκηνές με φιλιά και οτιδήποτε άλλο θεωρούσε ότι ήταν ανήθικο. Εκεί θα γνωρίσει ο μικρός Σαλβατόρε την μαγεία της μεγάλης οθόνης και λίγο αργότερα όταν θα βρεθεί στην ίδια αίθουσα με τον υπεύθυνο προβολών, τον κατά πολύ μεγαλύτερο Αλφρέντο θα αναπτύξουν μια φιλία ζωής μεταξύ τους και θα μοιραστούν τον έρωτα τους για τον κινηματογράφο και την σημασία που έχει για τους συγχωριανούς τους.

Μαζί θα βιώσουν πολλά γεγονότα και εμπειρίες, θα μοιραστούν τις σκέψεις τους, ο Αλφρέντο θα διδάξει στον Σαλβατόρε τα μυστικά της δουλειάς αλλά πάνω απ’ όλα θα βρει ο ένας την πατρική φιγούρα που του έλειπε και ο άλλος τον γιο που δεν απέκτησε ποτέ και μαζί θα μάθουν τα μυστικά της ζωής μέσα στην μοναδική σχέση που ανέπτυξαν. Όταν θα πάρει φωτιά η αίθουσα εξαιτίας ανάφλεξης ενός φιλμ, ο Σαλβατόρε θα τρέξει να σώσει την ζωή του λιπόθυμου Αλφρέντο, ο μικρός θα αναλάβει τα καθήκοντα του όσο αναρρώνει μέχρι την στιγμή που θα επιστρέψει όντας τυφλός πλέον και θα συνεχίσει στο πλευρό του μαθητή του.

Πέρα από τον έρωτα για το σινεμά, ο Σαλβατόρε θα ερωτευτεί την Έλενα, την οποία θα κυνηγήσει μέχρι να την κερδίσει και η σχέση τους θα περάσει από πολλές δοκιμασίες λόγω της απόστασης και της άρνησης του συντηρητικού πατέρα της κοπέλας. Ο Σαλβατόρε θα αποφασίσει τότε να κάνει την στρατιωτική του θητεία, γράφοντας συνεχώς χωρίς ανταπόκριση γράμματα στην Έλενα και μόλις επιστρέψει στο χωριό του απογοητευμένος ο Αλφρέντο θα τον προτρέψει θα φύγει από εκεί ώστε να κυνηγήσει τα όνειρα του και να μην μείνει στο χωριό και να «θάψει» τα νιάτα του.

Έτσι, επιστρέφουμε στο τώρα, μετά από 30 χρόνια απουσίας του Σαλβατόρε που όντας διάσημος σκηνοθέτης επιστρέφει στον τόπο του και στην οικογένεια του. Η μητέρα του θα τον υποδεχτεί λέγοντας ότι δεν του κρατάει κακία για την απουσία του όλα αυτά τα χρόνια και πως από το τηλέφωνο έχει ακούσει πολλές διαφορετικές γυναίκες να της απαντάνε όταν τον καλούσε, όμως καμιάς η φωνή δεν ακούστηκε σαν να τον αγαπάει πραγματικά. Στην συνέχεια θα περιπλανηθεί στο χωριό όπου έχει αλλάξει και θα πληροφορηθεί ότι το σινεμά «Paradiso» είναι κλειστό εδώ και έξι χρόνια και σύντομα θα γκρεμιστεί για να γίνει παρκινγκ κλείνοντας ένα τεράστιο κύκλο στην ζωή του ίδιου, των κατοίκων αλλά και του κινηματογράφου ως θεσμού και μέσου ψυχαγωγίας. Τότε ο ερχομός της βιντεοκασέτας απειλούσε την ύπαρξη των κινηματογραφικών αιθουσών, τώρα η ψηφιακή εποχή αποτελεί την ίδια απειλή, ενώ φέτος ο ερχομός της πανδημίας αποτελεί νέα δοκιμασία για την επιβίωση τους.

Τέλος, η γυναίκα του αποθανόντα φίλου του θα του παραδώσει ένα κουτί με φιλμ όπου θα προβάλλει κατά την επιστροφή του στην πόλη και θα ανακαλύψει ότι είναι μαζεμένες όλες οι κομμένες ερωτικές σκηνές του παπά από όταν ήταν μικρός. Αμέσως θα νιώσει ανακούφιση βλέποντα τες με δάκρυα να τρέχουν από τα μάτια του.

Παρασκήνια και ατάκες που ξεχώρισαν

Μέχρι το τέλος του 1956, η Ιταλία είχε 17,000 κινηματογραφικές αίθουσες, τους περισσότερους στην Ευρώπη

Τα γυρίσματα έγιναν στο χωριό του σκηνοθέτη στην Σικελία όπου εμπνεύστηκε από τα παιδικά του χρόνια για την ταινία

Τρεις ηθοποιοί χρειάστηκε να υποδυθούν τον ρόλο του Σαλβατόρε, καθένας για διαφορετική χρονική περίοδο της ζωής του

Ο Τζουζέπε Τορνατόρε φωτογράφησε πάνω από 300 νεαρά αγόρια της Σικελίας, προτού επιλέξει τον Σαλβατόρε Κάσκιο ως νεαρό Σαλβατόρε

Η Ειρήνη Παππά ήταν υποψήφια για τον ρόλο της μητέρας του Σαλβατόρε, ως ηλικιωμένη Μαρία Ντι Βίτα

«Η πρόοδος έρχεται πάντα καθυστερημένα»

«Διαλέγω τους φίλους μου για την εμφάνιση τους και τους εχθρούς μου για την εξυπνάδα τους»

«Υπάρχει καθόλου χώρος για μένα σε αυτό τον νέο Παράδεισο;»

«Από την φωτιά του έρωτα βγαίνει στάχτη. Ακόμα και ο μεγαλύτερος έρωτας στο τέλος ξεφλουδίζει»

«Τώρα που έχασα την όραση μου, μπορώ να δω περισσότερα»

Όποιος, λοιπόν, έχει παρακολουθήσει την ταινία (αν δεν το έχετε κάνει σας το συνιστώ ανεπιφύλακτα) θα καταλάβει ότι πρόκειται για ένα έργο όπου εξυμνεί την φιλία, την πατρική φιγούρα, την μητρική αγάπη, τον έρωτα, τις σχέσεις των κατοίκων ενός τόπου, την παιδική αθωότητα και όλα αυτά κάτω από την σκεπή του κινηματογράφου και ό,τι περιλαμβάνει αυτός από την αίθουσα, την οθόνη, τους θεατές, τις ταινίες, τους ηθοποιούς, τους εργαζόμενους και όλων αυτών που προσφέρει στον καθένα μας ξεχωριστά. Ναι μεν, οι ρομαντικοί του κινηματογράφου θα αγαπήσουν παραπάνω την ταινία, αλλά απευθύνεται σε όλους, όπως ακριβώς κάνει η ζωή και ο κινηματογράφος γενικότερα. Μπορεί να θέλουμε να ξεχάσουμε τι περάσαμε και τις ανάγκες που έχουμε, όμως η μνήμη έρχεται αυτοβούλως και θα επιστρέψουμε εκεί που λέει η καρδιά μας.

Γι’ αυτό δείτε έργα, στηρίξτε τις τέχνες, τους καλλιτέχνες και τους εργαζόμενους και απολαύστε τώρα το καλοκαίρι στον τοπικό κινηματογράφο σας μια ταινία κάτω από τον ουρανό με την παρέα σας, τηρώντας τα μέτρα ασφαλείας και ας έχουμε μεταξύ μας μια απόσταση.

Ο κινηματογράφος άλλωστε θα μας ενώσει όλους.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο που αφιερώσατε μέχρι εδώ.

Μέχρι την επόμενη φορά αφήστε τις σκέψεις να γίνουν λέξεις και τούμπαλιν.

Χρήστος Ιωάννου