Λίγες σκέψεις για την ταινία «12 Angry Men» (1957)

«Guilty or Not Guilty?» είναι το ερώτημα που καλούνται να απαντήσουν οι 12 ένορκοι (ελληνιστί ο τίτλος της ταινίας) μιας υπόθεσης δολοφονίας, της οποίας βασικός κατηγορούμενος είναι ο 18χρονος γιος του δολοφονημένου άντρα. Ο τίτλος μπορεί να σας φανεί οικείος δικαιολογημένα καθώς το συγκεκριμένο έργο έχει ανέβει πολλές φορές στην θεατρική σκηνή της χώρας μας ανά καιρούς από διάφορους δημιουργούς. Προσωπικά θα έλεγα ότι και στις δύο μορφές του το έργο παραμένει εξίσου αριστουργηματικό με βάση τον χώρο που διαδραματίζεται και τον τρόπο γραφής του σεναρίου, δύο στοιχεία που μπορούν άμεσα να προσαρμοστούν σε μορφή θεατρικής παράστασης. Σε αυτό το κείμενο θα αναφερθούμε μόνο για το κινηματογραφικό έργο.

Ο σκηνοθέτης, λοιπόν, μας εισάγει απευθείας στον χώρο του δικαστικού μεγάρου και μας κατευθύνει στην αίθουσα όπου ολοκληρώνεται η δίκη που θα μας απασχολήσει. Ο δικαστής μάλιστα καλεί τους ενόρκους να βγάλουν ομόφωνη κατηγορία, η οποία σε περίπτωση που κρίνουν ένοχο τον κατηγορούμενο, θα τον οδηγήσει σε θανατική ποινή μέσω της ηλεκτρικής καρέκλας. Με αυτό τον τρόπο έχουμε άμεσα τα δεδομένα της απόφασης που θα κληθούν να βγάλουν οι ένορκοι καθώς και την τεράστια σημασία της, δεδομένου ότι κρίνεται μία ανθρώπινη ζωή, πόσο μάλλον ενός 18χρονου νεαρού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο που ορίζεται η υπόθεση, αντιλαμβανόμαστε άμεσα την εποχή που διαδραματίζεται η ταινία και την κοινωνία της Αμερικής (τέλη 50s), της οποίας θα δούμε όλες τις πλευρές (κοινωνικές, ταξικές, κτλ) μέσω των χαρακτήρων των 12 ενόρκων καθώς εξελίσσεται η ιστορία.

Δείτε ακόμα:  Αλμυρά pancakes για τέλειο πρωινό

Μετά από αυτή την μικρή εισαγωγή, μεταφερόμαστε στην αίθουσα των ενόρκων – εκεί λαμβάνει μέρος το 98% της ταινίας- όπου προσέρχονται οι δώδεκα και κλειδώνονται από τον υπεύθυνο του δικαστηρίου για όση ώρα χρειαστεί μέχρι να αποφανθούν ομόφωνα. Ακολουθεί μία μικρή κουβέντα γνωριμίας μεταξύ τους μέχρι να συγκεντρωθούν όλοι γύρω από το τραπέζι και να αρχίσει η διαδικασία. Το κλίμα που επικρατεί στα πρώτα λεπτά δείχνει ότι η λήψη της απόφασης θα ναι εύκολη και γρήγορη υπόθεση και προχωρούν άμεσα στην ψηφοφορία με την ελπίδα να υπάρξει αμέσως ομοφωνία και να επιστρέψει ο καθένας στις υποχρεώσεις τους. Όμως το αποτέλεσμα είναι 11 ψήφοι υπέρ της ενοχής του κατηγορούμενου και 1 ψήφος κατά και τότε η κάμερα στρέφεται στον ένορκο νούμερο 8 τον οποίο υποδύεται ο Χένρι Φόντα και που θα είναι ο βασικός εκφραστής της αμφιβολίας της ενοχής του 18χρονου αγοριού. Κάπου εδώ νομίζω ότι έχετε μπει στο κλίμα της ταινίας και θα σταματήσω να δίνω λεπτομέρειες της εξέλιξης της για όσους δεν την έχουν παρακολουθήσει και με την προτροπή να το πράξουν.

Όσον αφορά την προσωπική μου γνώμη τα στοιχεία που ξεχώρισαν την ταινία στα μάτια μου και πιστεύω ότι αξίζει να αναφερθούν είναι τα εξής.

Πρώτον, το σενάριο σαν πρώτη ύλη είναι τρομερά γραμμένο και υποταγμένο στον σκοπό του, ο οποίος είναι να αναδείξει το νόημα της κριτικής σκέψης που οφείλει να έχει κάποιος όχι μόνο όταν βρίσκεται σε μία θέση όπου πρέπει να πάρει μία απόφαση αλλά γενικότερα ως πολίτης και ως στάση απέναντι σε κάθε τι περιλαμβάνει η ζωή μας.

Δείτε ακόμα:  Αλμυρά pancakes για τέλειο πρωινό

Να εξετάζουμε δηλαδή διεξοδικά και σφαιρικά ένα θέμα που μας απασχολεί πριν πάρουμε θέση και να αποβάλλουμε από πάνω μας όποια προκατάληψη έχουμε για συγκεκριμένα γεγονότα ή συγκεκριμένες ομάδες ανθρώπων. Νομίζω ότι αυτό κάτι ή κάποιον θα σας θυμίσει από το περιβάλλον σας – καλό είναι να κοιτάξετε και προς τα εσάς πρώτα – και ειδικά στην εποχή που ζούμε όπου ο καθένας έχει άποψη για τα πάντα και μπορεί να βγάλει τον ολοκληρωτισμό του στον χώρο του ίντερνετ.

Και προσοχή, το κλειδί σε αυτό το σκεπτικό δεν είναι πώς να έχεις δίκιο ή πώς να αποδείξεις στους άλλους ότι έχεις δίκιο εσύ αλλά, να θέτεις τα σωστά ερωτήματα για το ζήτημα που εξετάζεις ώστε να φέρνεις στην επιφάνεια με λογικά επιχειρήματα την αλήθεια είτε είναι υπέρ ή κατά της προσωπικής σου άποψης. Ο Χένρι Φόντα μέσω του ρόλου του κάνει αυτό ακριβώς και ακολουθεί μία σωκρατική μέθοδο στο σκεπτικό του, όπου ξεκαθαρίζει στους υπόλοιπους ότι δεν γνωρίζει κάτι με σιγουριά και πως θέλει απλά να εξετάσουν όλοι μαζί τα γεγονότα θέτοντας λογικά ερωτήματα ώστε να οδηγηθούν σε μία ετυμηγορία αφού θα έχουν συζητήσει όλα τα ενδεχόμενα αναλυτικά.

Αυτός είναι ένας σημαντικός λόγος που με κάνει να πιστεύω ότι αυτή η ταινία αξίζει να φτάσει σε όσα περισσότερα μυαλά γίνεται, γιατί αν είχαμε οι περισσότεροι αυτό το σκεπτικό ως κύριο συστατικό των κρίσεων, μας θα ζούσαμε σε ένα διαφορετικό κόσμο. Επιπλέον μετά την θέαση της κατάλαβα γιατί την ακολουθούν οι χαρακτηρισμοί ως κλασσική και διαχρονική.

Δείτε ακόμα:  Αλμυρά pancakes για τέλειο πρωινό

Δεύτερον, ό,τι έχει να κάνει με τα πιο κινηματογραφικά στοιχεία του έργου, ο σκηνοθέτης Σίντνεϊ Λουμέτ – στο κινηματογραφικό του ντεμπούτο – παίρνει ένα σενάριο και το αναδεικνύει στο έπακρον, όπως αξίζει σε μία τέτοια ιστορία. Μέσα σε ένα κλειστό χώρο, όπως η αίθουσα των ενόρκων, καταφέρνει με τα πλάνα του και τις τοποθετήσεις της κάμερας να φέρει στην επιφάνεια ένα – ένα τους χαρακτήρες των ενόρκων με όλο το υπόβαθρο τους, έχοντας στην διάθεση του ένα εξαιρετικό καστ ηθοποιών, είτε ανερχόμενων εκείνη την εποχή, είτε καταξιωμένων, συμπληρώνοντας σκηνοθετικά τα κομμάτια του παζλ τόσο της εικόνας που φτάνει στον θεατή όσο και της υπόθεσης που κομμάτι – κομμάτι συμπληρώνεται μέχρι τέλους.

Κάπου εδώ θα σταματήσω την ροή των σκέψεων μου γιατί μακρηγόρησα αρκετά, αλλά πιστεύω πραγματικά στην αξία αυτής της ταινίας και θέλω να σας την προτείνω ως μία εξαιρετική κινηματογραφική επιλογή όπου θα βιώσετε μία ωραία οπτική αλλά και πνευματική εμπειρία αν μου επιτρέπεται να το θέσω με αυτό τον τρόπο.

* Σαν χθες (10/4) το 1957 είχε γίνει η πρώτη προβολή της ταινίας

Μέχρι το επόμενο κείμενο, αφήστε τις σκέψεις να γίνουν λέξεις και τούμπαλιν.

Χρήστος Ιωάννου