Λίγες σκέψεις για την ταινία Upgrade (Netflix) – «Ο ψεύτικος κόσμος προκαλεί πολύ λιγότερο πόνο»

Η ταινία που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 2018 και είναι πλέον διαθέσιμη στην πλατφόρμα του Netflix μας διηγείται την ιστορία του Γκρέι Τρέις που δεν είναι ούτε άνθρωπος, ούτε μηχανή, αλλά κάτι περισσότερο, όπως μας προϊδεάζει ο υπότιτλος στην επίσημη αφίσα της.

Τοποθετημένη στο κοντινό μέλλον η υπόθεση εξελίσσεται σε μια κοινωνία όπου η τεχνολογία κυριαρχεί στην ζωή του ανθρώπου και είναι υπεύθυνη για όλες σχεδόν τις λειτουργίες του, από το σπίτι μέχρι την αυτόματη οδήγηση των αυτοκινήτων. Κεντρικό πρόσωπο είναι ο Γκρέι, ένας τεχνοφοβικός μηχανικός αυτοκινήτων που προσπαθεί να παραμείνει όσο περισσότερο ανθρώπινος μπορεί μέσα στον ναό της τεχνολογίας, σε αντίθεση με την σύζυγο του όπου είναι βασικός στέλεχος μιας τεχνολογικής εταιρείας που φτιάχνει τεχνητά μέλη σε τραυματισμένους στρατιώτες.

Μετά από την μικρή εισαγωγή της καθημερινότητας του ζευγαριού, έρχεται το πρώτο κομβικό σημείο όπου θα αλλάξουν όλα. Κατά την επιστροφή τους από μια παράδοση ενός κλασσικού αυτοκινήτου σε ένα πλούσιο πελάτη του Γκρέι, το αυτοκίνητο τους εκτροχιάζεται και στην συνέχεια δέχονται ένοπλη επίθεση από αγνώστους όπου δολοφονούν την Άσα και πυροβολούν τον Γκρέι στην σπονδυλική στήλη. Ο Γκρέι όταν συνέρχεται στο νοσοκομείο, αντιλαμβάνεται ότι έχει χάσει την σύζυγο του αλλά και την ικανότητα του να κινείται από το κεφάλι και κάτω.

Όντας πλέον τετραπληγικός, ο ήρωας προσπαθεί να δώσει τέλος στην δυστυχία του μέχρι την στιγμή της επίσκεψης του πελάτη που είχε επισκεφτεί πριν το ατύχημα του, ο οποίος του προσφέρει το «μάννα εξ ουρανού» στην μορφή ενός τσιπ υψηλής τεχνικής νοημοσύνης σε αντάλλαγμα της απόλυτης εχεμύθειας του για την ύπαρξη του συγκεκριμένου αντικειμένου.

Έχοντας πάλι όλες τις σωματικές δυνατότητες του, ο Γκρέι θα μπει σε ένα θανατηφόρο κυνήγι των υπευθύνων της δολοφονίας της Άσα και η ανεξέλεγκτη αυτή κατάσταση θα κορυφωθεί στο τέλος με την ανατρεπτική αποκάλυψη της αλήθειας πίσω απ’ όλα τα γεγονότα.

Το Upgrade είναι μία μίξη περιπέτειας, επιστημονικής φαντασίας και θρίλερ που κρατά το ενδιαφέρον και την προσοχή του θεατή καθ’ όλη την διάρκεια, ενώ δεν μένει μόνο στην δράση αλλά κινείται σε ένα πλαίσιο όπου προκαλεί σκέψεις και θέτει διλλήματα για την ύπαρξη του ανθρώπου και τα όρια της παρέμβασης της τεχνολογίας στην ζωή του.

Εγγύηση της επίτευξης όλων των παραπάνω είναι ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας, Λι Γουανέλ, ο οποίος έχει στο βιογραφικό του κινηματογραφικές πολυετής δημιουργίες όπως «Σε βλέπω» (Saw), «Παγιδευμένη Ψυχή» (Insidious), και πιο πρόσφατα «Aquaman» και «Ο αόρατος άνθρωπος» (The Invisible Man). Μαζί με τον στενό συνεργάτη του, τον σκηνοθέτη Τζέιμς Γουάν αποτελούν κορυφαίο δίδυμο δημιουργών που έχει αφήσει το δικό του αποτύπωμα στο κινηματογραφικό είδος θρίλερ, που δεν μένει μόνο στο γεγονός να προβάλλει τρόμο και βία, αλλά θέλει να προκαλέσει και νοητικά τους θεατές.

Χαρακτηριστικό του ύφους του δημιουργού, επίσης, είναι ο διάλογος που έχει ο Γκρέι με μια χάκερ, βρισκόμενος σε ένα χώρο κατακλυσμένο από νέους εθισμένους στην τεχνολογία και χαμένους στην εικονική πραγματικότητα (VR), όταν απευθυνόμενος προς αυτή αναρωτιέται «γιατί κάποιος να επιλέγει να ζήσει σε ένα ψεύτικο κόσμο» με την αποστομωτική της κοπέλας ότι «Ο ψεύτικος κόσμος προκαλεί πολύ λιγότερο πόνο».

Άραγε πόσο φυγόπονο είναι το ανθρώπινο είδος; Μέχρι που είναι διατεθειμένο να φτάσει και μέχρι που φτάνουν τα όρια δεκτικότητας του ώστε να αποφύγει τον πόνο; Πόσο μπορεί να εκμεταλλευτεί η τεχνολογία και η τεχνητή νοημοσύνη τον φόβο θανάτου του ανθρώπου και την απεγνωσμένη προσπάθεια του να αποτάξει τον πόνο της ύπαρξης του; Μήπως η αίσθηση του πόνου μας κρατά ζωντανούς; Όπως είχα διαβάσει πρόσφατα «ο πόνος είναι η μόνη αληθινή μας περιουσία». Αλήθεια, πόσο ισχύει αυτό για τις ζωές μας;

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο που αφιερώσατε μέχρι εδώ.

Μέχρι την επόμενη φορά αφήστε τις σκέψεις να γίνουν λέξεις και τούμπαλιν.

Χρήστος Ιωάννου