«The Hours»: Τρεις γυναίκες, ένα βιβλίο, μία κοινή πορεία

Πριν λίγες μέρες άκουσα ένα πολύ ενδιαφέρον podcast στο youtube με θέμα τις ψυχικές ασθένειες στον κινηματογράφο και η παρουσίαση της συγκεκριμένης ταινίας, μου κέντρισε άμεσα την προσοχή μεταξύ άλλων. Έτσι, λίγες ώρες μετά, κάθισα να παρακολουθήσω τις «Ώρες» σε σκηνοθεσία Στίβεν Ντάλντρι με πρωταγωνίστριες τις Νικόλ Κίντμαν, Τζούλιαν Μουρ και Μέριλ Στριπ, στους ρόλους των Βιρτζίνια Γουλφ, Λόρα Μπράουν και Κλαρίσα Βόγκαν αντίστοιχα.

Αν με ρωτούσε κανείς περί τίνος πρόκειται, θα μπορούσα πολύ λακωνικά να την περιγράψω ως εξής: τρεις γυναίκες, ένα βιβλίο, μία θεματική (αυτοκτονία). Αλλά επειδή θέλω να γράψω κείμενο και όχι ραβασάκι θα συνεχίσω τις σκέψεις μου, αναλύοντας τες περισσότερο. Παρόλο που η υπόθεση κινείται σε τρεις χρονικούς άξονες (1923, 1951, 2001) και σε τρία διαφορετικά αντίστοιχα μέρη (αγγλική εξοχή, Λος Άντζελες, Νέα Υόρκη), τα κοινά στοιχεία των τριών κεντρικών γυναικείων προσώπων είναι αυτά που επικρατούν στην ιστορία. Έτσι, έχουμε και στις τρεις περιπτώσεις την μάχη με την κατάθλιψη, την αυτοκτονία και τις απόπειρες είτε των ίδιων είτε δικών τους ανθρώπων, πώς την αντιμετωπίζουν, ποιοι λόγοι τις οδηγούν σε αυτή και την πόση αγάπη λαμβάνουν από τους γύρω τους, αλλά αυτές εστιάζουν αλλού. Επιπλέον, υπάρχει και το στοιχείο της ομοφυλοφιλίας και της αμφισεξουαλικότητας καθώς η Βιρτζίνια Γουλφ φιλά στο στόμα μια γυναίκα, η Λόρα Μπράουν την γειτόνισσα της, ενώ η Κλαρίσα χώρισε με τον νεανικό έρωτα της και στην συνέχεια και οι δύο τους ανέπτυξαν σχέσεις με το ίδιο φύλο.

Στην πρώτη χρονική περίοδο παρακολουθούμε την συγγραφέα Β. Γουλφ να βρίσκεται με τον σύζυγο της σε ένα κτήμα μακριά από την βοή του Λονδίνου, προσπαθώντας να αντιμετωπίσει την διπολική διαταραχή που την έχει οδηγήσει σε δύο απόπειρες αυτοκτονίας και παράλληλα να συγγράψει το νέο της βιβλίο που αφορά την ιστορία της κυρίας Ντάλογουεϊ που αποτελεί το κλειδί της ένωσης των τριών γυναικών. Η Βιρτζίνια Γουλφ ξεσπά στο τέλος στον άντρα της λέγοντας του ότι δεν αντέχει άλλο την εξοχή, νιώθει ότι δεν ορίζει η ίδια τον εαυτό της και θέλει να γυρίσει πίσω στο Λονδίνο. Και ενώ όλα δείχνουν ότι η κατάσταση εξομαλύνθηκε, αφήνει ένα αποχαιρετιστήριο γράμμα στον σύζυγο της και βουτά στο ποτάμι που θα βρουν αργότερα το πτώμα της οι αστυνομικές αρχές.

Στην δεύτερη περίοδο, έχουμε την Λόρα Μπράουν, παντρεμένη με ένα σύζυγο που πολέμησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μητέρα ενός γιου και έγκυο στο δεύτερο παιδί τους, η οποία πάσχει από κατάθλιψη παρόλο που ζει ένα επιφανειακό αμερικάνικο όνειρο της μεταπολεμικής εποχής του 40΄, έχοντας μία οικογένεια σε ένα μεγάλο σπίτι με κήπο, δύο αυτοκίνητα και όλες τις ανέσεις της εποχής. Διαβάζει το βιβλίο της Β. Γουλφ, ταυτίζεται με την κυρία Ντέλαγουεϊ και φτάνει ένα βήμα μακριά από την αυτοκτονία, όταν αποκοιμιέται διαβάζοντας το και το όνειρο που βλέπει την οδηγεί στην μετάνοια.

Η τρίτη ιστορία κινείται στις σχέσεις της Κλαρίσα Βόγκαν, μιας Νεοϋορκέζας που ετοιμάζει ένα πάρτι για την βράβευση του συγγραφέα φίλου της και πρώην συντρόφου της, που πάσχει από aids και είναι βαριά άρρωστος. Η ίδια θα λέγαμε ότι είναι μία σύγχρονη κυρία Ντέλαγουεϊ που δεν έχει ξεπεράσει την παλιά της σχέση και συνεχίζει να φροντίζει και να προσφέρει στους άλλους μονόπλευρα, χωρίς να κοιτάει τον ίδιο τον εαυτό της με αποτέλεσμα να παλεύει και αυτή με την κατάθλιψη. Η ζωή της κλονίζεται όταν πηγαίνει στο σπίτι του φίλου της για να τον ετοιμάσει για το πάρτι, εκείνος της εξομολογείται ότι προσπαθούσε να παλέψει την αρρώστια για εκείνη και μετά από μία κουβέντα βουτά από το παράθυρο στο κενό και αυτοκτονεί. Μετά από αυτό έχουμε και την συνάντηση της Κλαρίσα με την μητέρα του, όπου γίνεται η αποκάλυψη και η ένωση των ιστοριών, ότι η Λόρα Μπράουν είναι η μητέρα του και τον είχε εγκαταλείψει μετά την γέννηση του δεύτερου παιδιού της, επειδή δεν άντεχε άλλο το βάρος της οικογενειακής ζωής και του ρόλου της νοικοκυράς, διαλέγοντας την ψυχική της υγεία έναντι των παιδιών και του συζύγου της.

Η Χρυσή Σφαίρα και τα βραβεία της Ν. Κίντμαν για την εντυπωσιακή ερμηνεία της

Οι «Ώρες» κέρδισαν τις εντυπώσεις και έλαβαν αρκετές υποψηφιότητες, κερδίζοντας εν τέλει την χρυσή σφαίρα ως καλύτερη ταινία – δράμα. Εκείνη που σάρωσε όμως ήταν η Ν. Κίντμαν, η οποία για την ενσάρκωση της ως Βιρτζίνια Γουλφ έλαβε τρία βραβεία ανάμεσα τους το Όσκαρ Α΄ γυναικείου ρόλου, η χρυσή σφαίρα και το βραβείο BAFTA. Οι κατατονικές κινήσεις της μαζί με την απίστευτη μετάλλαξη στην εξωτερική της εμφάνιση με την πρόσθετη μύτη και την αφοσίωση της – έμαθε να γράφει με το δεξί χέρι όπως η Β. Γουλφ- έγιναν σημείο αναφοράς κριτικών και κοινού. Αξίζει να αναφέρουμε ότι όταν ήρθε ο καιρός για τις υποψηφιότητες των Όσκαρ, η ταινία προκάλεσε προβλήματα στις εταιρίες παραγωγής Paramount και Miramax, καθώς δεν ήταν σίγουροι για το αν θα έθεταν την Νικόλ Κίντμαν υποψήφια στην κατηγορία β’ γυναικείου ρόλου (όπου θα ήταν συνυποψήφια με τις άλλες δυο συμπρωταγωνίστριές της) ή α’ γυναικείου ρόλου (αν και ο ρόλος της, σε σχέση με τους άλλους δύο, είναι ο μικρότερος). Ο παραγωγός Σκοτ Ρούμπιν, έδωσε μάχη με τον πρόεδρο της Miramax Χάρβεϊ Γουάινσταϊν και για την προσθετική μύτη της Κίντμαν και τη μουσική του Φίλιπ Γκλας, τα οποία ο Γουάινστάϊν απεχθανόταν. Το αποτέλεσμα όμως τους δικαίωσε πανηγυρικά.

Το παρασκήνιο της επιλογής του καστ και των γυρισμάτων

Ο ρόλος της Λόρα Μπράουν στην αρχή προτάθηκε στις Έμιλυ Γουάτσον και Γκουίνεθ Πάλτροου. Η Νικόλ Κίντμαν ήταν η μόνη επιλογή των Ντάλντρι και Ρούμπιν για το ρόλο της Γουλφ. Οι σκηνές της Τζούλιαν Μουρ γυρίστηκαν πρώτα, μετά της Μέριλ Στριπ και τελικώς της Κίντμαν. Από τις τρεις βασικές πρωταγωνίστριες, μόνο η Στριπ με τη Μουρ μοιράζονται μία σκηνή. Αυτό το βλέπουμε στο τέλος της ταινίας, όταν η Λόρα επισκέπτεται την Κλαρίσα. Φοβούμενοι οι παραγωγοί της ταινίας, ότι το μακιγιάζ της Τζούλιαν Μουρ ως Λόρα Μπράουν του 2001 δε θα πετύχει, προσέλαβαν την ηθοποιό Μπέτσι Μπλερ να παίξει την ηλικιωμένη Λόρα. Η Μπελ γύρισε σκηνές με τη Μέριλ Στριπ αλλά το αποτέλεσμα δεν άρεσε στον Ντάλντρι και έτσι κάλεσε πίσω τη Μουρ και ξαναγύρισαν τις σκηνές. Αυτό έγινε ένα χρόνο αφού τέλειωσαν τα γυρίσματα των σκηνών της και όταν καλέστηκε πίσω, η Μουρ ήταν εφτά μηνών έγκυος.

Το «book inception»

Το σενάριο βασίζεται σε βιβλίο που βασίζεται σε βιβλίο. Σας μπέρδεψα; Αφήστε με να σας εξηγήσω. Το σενάριο του Ντέιβιντ Χέαρ για την ταινία είναι βασισμένο στο βραβευμένο με Πούλιτζερ (1999) ομότιτλο μυθιστόρημα του Μάικλ Κάνινγκαμ, το οποίο με την σειρά του είναι ένας φόρος τιμής του συγγραφέα στη Βιρτζίνια Γουλφ και το βιβλίο της «Η Κυρία Ντάλογουεϊ» του οποίου ο αρχικός τίτλος ήταν «Οι ώρες». Γι’ αυτό άλλωστε και το έντονο βιβλικό και συγγραφικό στοιχείο και στα δύο έργα.

Γνώριζες ότι…

– Η Ν. Κίντμαν είχε λατρέψει πολύ την πρόσθετη μύτη τόσο που την φορούσε ακόμα και εκτός γυρισμάτων όσο και για πρακτικούς λόγους για να αποφεύγει τους παπαράτσι ειδικά την περίοδο του χωρισμού της με τον Τομ Κρουζ.

– Στην σκηνή που πλημμυρίζει το δωμάτιο του ξενοδοχείου στο όνειρο της Λόρα, ολόκληρο το σετ βυθίστηκε σε μια δεξαμενή με ποταμίσιο νερό ώστε να δώσει αυτό το εντυπωσιακό οπτικό αποτέλεσμα της αποτύπωσης του ονείρου.

– Η Β. Γουλφ εκτός από συγγραφέας, έγραφε και ως κριτικός για μικρούς συγγραφείς στην πλειοψηφία των αξιόλογων κριτικών της.

Το αποχαιρετιστήριο γράμμα της Βιρτζίνια Γουλφ στον άντρα της, Λέοναρντ:

«Αγάπη μου, είμαι σίγουρη ότι τρελαίνομαι πάλι. Νιώθω ότι δε θα αντέξουμε άλλη μία τέτοια κρίση. Αυτή τη φορά δε θα αναρρώσω. Άρχισα πάλι να ακούω φωνές και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Γι’ αυτό θα κάνω αυτό που θεωρώ σωστό για την περίσταση. Μου έχεις προσφέρει τη μεγαλύτερη ευτυχία. (…) Δε νομίζω ότι υπήρξαν ποτέ πιο ευτυχισμένοι άνθρωποι, μέχρι που ήρθε αυτή η απαίσια αρρώστια. Δεν μπορώ να την πολεμήσω άλλο. Ξέρω ότι καταστρέφω τη ζωή σου κι ότι, αν δεν είχες εμένα να φροντίζεις, θα μπορούσες να δουλέψεις. Και θα τα καταφέρεις. Βλέπεις, δεν μπορώ να γράψω σωστά. Δεν μπορώ να διαβάσω. Αυτό που θέλω να πω, είναι ότι σου χρωστάω όλη τη ευτυχία της ζωής μου. Ήσουν τόσο υπομονετικός μαζί μου και τόσο καλός. Θέλω να το πω αυτό –όλοι το ξέρουν. Αν μπορούσε να με σώσει κάποιος, αυτός θα ήσουν εσύ. Με έχουν εγκαταλείψει όλα, εκτός από τη σιγουριά μου για την καλοσύνη σου. Δεν μπορώ να καταστρέφω τη ζωή σου άλλο. Δε νομίζω ότι δύο άνθρωποι θα μπορούσαν να είναι πιο χαρούμενοι από εμάς. Β.»

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ για τον χρόνο που αφιερώσατε μέχρι εδώ.

Μέχρι την επόμενη φορά αφήστε τις σκέψεις να γίνουν λέξεις και τούμπαλιν.

Χρήστος Ιωάννου